Απρέπεια είναι να εξομοιώνεις ποδοσφαιριστή με τον Μαραντόνα… Κι όμως! Οταν ο Βασίλης Καραπιάλης άρχισε να… συνομιλεί με την μπάλα στον θεσσαλικό κάμπο, την εποχή που ο Ντιέγκο με την Αργεντινή και τη Νάπολι έγραφε τη δική του ανεξίτηλη ιστορία, και ο δημοσιογραφικός οίστρος τον αποκαλούσε «Ελληνα Μαραντόνα», κανείς δεν σάρκασε! Ολοι χαμογελούσαμε τρυφερά επειδή αναγνωρίζαμε τη σπανιότητα του ταλέντου του… Ηταν φανερό πως και για τον Καραπιάλη, όταν γεννήθηκε, σαν σήμερα 13/6 του 1965, είχε προκαθοριστεί η αρμονική σχέση του με την μπάλα! Ατόφια τεχνική, κλειστή ντρίμπλα, μπαλιές ακριβείας, φάλτσα, αυτοσχεδιασμοί… Οντως, ο Ντιέγκο του κάμπου!
Ζητήσαμε από τον Τάκη Παραφέστα, συντοπίτη και μετέπειτα συμπαίκτη στην ΑΕΛ, να θυμηθεί τον πιτσιρικά απ’ τα Ταμπάκικα: «Μάγος! Από 11 χρόνων τον θυμάμαι να παίζει στα μέρη μας… Ενα καλοκαίρι στο Στόμιο, έτυχε να κάνουμε διακοπές κοντά. Τ’ απογεύματα σε αλάνες ή παραλία παίζαμε μπάλα με παιδιά από τη Σερβία. Αλλο πράγμα ο Βασίλης, μας τρέλαινε όλους με τις ντρίμπλες και τη φαντασία του. Ενα απόγευμα, παιδί ακόμα αυτός, τον είδα να κλαίει και μου είπε “με χτύπησαν σε μια φάση…”. Σαν 22χρονος τότε τον καθησύχασα πως με το ταλέντο του μπορεί να λύνει τέτοια προβλήματα. Οταν πήγε στην πρώτη ομάδα του, τον Τοξότη, ήδη ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα» λέει ο Παραφέστας και συνεχίζει: «Απ’ τα πρώτα βήματά του, είχε προσωπικούς θαυμαστές στα χωριά του νομού! Μαραντόνα τον φωνάζαμε κι εμείς τότε, δεν έχανε με τίποτα την μπάλα… Μόλις ήρθε στην ΑΕΛ τον δεχτήκαμε οι παλιότεροι με αγάπη, όλοι τον ξέραμε επειδή ήταν κοντοχωριανός. Μας απέδειξε ότι το σπάνιο ταλέντο του δεν ήταν μόνο για αυτοσχεδιασμούς αλλά όταν τα παιχνίδια πήγαιναν στραβά, τότε θα έπαιρνε την ομάδα του πάνω του. Ταλέντο σαν το δικό του γεμίζει τους συμπαίκτες με αυτοπεποίθηση».
Από 14 χρόνων (1979) στον Τοξότη Λάρισας γρήγορα η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της περιοχής. Το 1984 ο ΟΦΗ τού πρόσφερε 2,1 εκατ. δραχμές.
Το ραντεβού δόθηκε στην Αθήνα, αλλά ο Καραπιάλης δεν πήγε ποτέ, γιατί ήθελε να παίξει στην ομάδα της πατρίδας του, όπως κι έγινε το 1985. Αρχικά η Λάρισα πρόσφερε στον Τοξότη 750.000 δραχμές για να τον αποκτήσει. «Λίγα είναι» αρνήθηκε η διοίκησή του. Εμεινε στην ιστορία η πίεση των οπαδών της ΑΕΛ προς τη διοίκηση ώστε να αυξήσει την προσφορά της, όπως κι έγινε. Ο ίδιος δεν πήρε χρήματα από τη μεταγραφή. «Το μόνο που με νοιάζει είναι να παίξω στην ομάδα της πόλης μου» είχε δηλώσει. Το 1991 οι συζητήσεις Λάρισας-Παναθηναϊκού ήταν προχωρημένες και έγινε κατάληψη από οπαδούς στα γραφεία για «να μη φύγει». Ομως, την τελευταία μέρα των μεταγραφών υπέγραψε στον Ολυμπιακό. Στις 19 Ιουλίου, 5.000 οπαδοί των «ερυθρολεύκων» τον υποδέχτηκαν στα γραφεία. Μαζί τους γιόρτασε τέσσερα πρωταθλήματα (1997-2000), το Κύπελλο του 1999 και την πορεία ώς τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ (αποκλεισμός από τη Γιουβέντους). Είχε προηγηθεί βέβαια το πρωτάθλημα με τη Λάρισα (1988). Είχε και προσωπικούς θαυμαστές που είχαν σε εξέδρα του «Αλκαζάρ» δική τους θέση, με συνθήματα και πανό μόνο για εκείνον… Τον κοντοχωριανό τους.
Αντιστρόφως ανάλογη με την αξία του, η παρουσία του στην εθνική ομάδα (21 παιχνίδια, δύο γκολ). Ο Αλκέτας Παναγούλιας είχε δεχτεί σκληρή κριτική για τον αποκλεισμό του από την αποστολή της Εθνικής στο πρώτο Μουντιάλ του 1994.
Γκολ από μνήμης: Με τη φανέλα της Λάρισας απέναντι στον Πανσερραϊκό (3-1), όταν απέφυγε -αλήθεια, α λα Μαραντόνα με την Αγγλία- κατά μέτωπο τέσσερις παίκτες πριν στείλει την μπάλα στα δίχτυα, δεξί σουτ από 35 μέτρα στο «Γ» του Ταληκριάδη απέναντι στον Ολυμπιακό και με τους Πειραιώτες το σκαφτό σουτ πάνω από τον Βάντσικ με τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ…
