Ηρθαν και τούτη την άνοιξη τα λελέκια στον Κιρκιντζέ και στον κάμπο της Εφέσου. Επέστρεψαν στις παλιές φωλιές, όπως κάθε χρόνο· σε γκρεμισμένες καμινάδες, παλιούς μιναρέδες, εγκαταλειμμένα ψηλά κτίρια. Θυμούνται τους αέρινους δρόμους της επιστροφής, σαν τους πρόσφυγες του χωριού, σαν και εσένα.
Φέτος είναι καλή χρονιά, καρπερή. Οι πολλές βροχές θα φέρουν μπερεκέτια. Οι ελιές είναι καμαρωτές, όπως τότες· κάτασπρες απ’ τον ανθό, αν πάει καλά ο καιρός θα βουλιάξουν τα δέντρα απ’ τον καρπό. Οι εργάτες αραιώνουν τον καρπό στις ροδακινιές, στις αχλαδιές. Οι ροδιές έδειξαν τα ρόδινα ανθάκια τους, πλάι τους οι κυδωνιές, οι συκιές – με τα «ψιλόφλουδα, μεταξένια σύκα ζαχαροπασπαλισμένα μ’ ολόχρυσο χυμό, μ’ όλη τη θέρμη και τη γλύκα της Ανατολής». Στα χωράφια του κάμπου της Εφέσου φυτεύουν καπνά, μπαμπάκια, καλαμπόκι, ηλιόσπορους. Τα γάργαρα νερά τρέχουν άφθονα, σχηματίζουν πηδηχτά ρυάκια, κελαρύζουν σαν τον περασμένο αιώνα.
Στον δρόμο συναντάμε γιαγιάδες του περασμένου αιώνα, να πουλάνε τα μυρωδικά βότανα της περιοχής, ρίγανη, δαφνόφυλλα, δεντρολίβανο, άγρια λεβάντα, τριμμένα, αλλά και ματσάκια. Την Πρωτομαγιά φτιάχνουν και πουλάνε στεφάνια από αγριολούλουδα, για τα κορίτσια και τις κοπέλες.
Καταλαβαίνω την αγάπη σου για το χωριό, όταν γράφεις: «Αν υπάρχει αυτό που λένε παράδεισος, το χωριό μας, ο Κιρκιντζές, ήτανε ένα δείγμα του». Ετσι συνεχίζει να είναι ο Κιρκιντζές, μια παραδεισένια, γήινη, αληθινή ζωγραφιά.
Μόνο να, λείπουν οι αλλοτινοί νοικοκύρηδες, οι Κιρκιντζιώτες. Στις εξοχές δεν λαλούνε βιολιά, ούτια, σάζια, ντουμπελέκια, κι ούτε «κάτω απ’ τα δέντρα στήνονται χοροί, καρσιλαμάδες, χασάπικοι, ζεϊμπέκικοι». Οι δύο εκκλησιές, ο Αϊ-Γιάννης κι ο Αϊ-Δημήτρης, παραμένουν αλειτούργητες απ’ το 1922, αν και συνεχίζουν να έχουν τις πόρτες τους ανοιχτές. Ο Αϊ-Γιάννης έχει συντηρηθεί, ανακαινίστηκε και τον επισκέπτονται οι τουρίστες. Στον πρόναο υπάρχει σιδερένιο ορθογώνιο μανουάλι με άμμο, όπου ανάβουν κεριά. Μια επιγραφή μάς πληροφορεί: «Μπορείτε να παραλάβετε το κερί από το καφέ απέναντι». Πολλά τα αναμμένα κεριά, οι περισσότεροι δεν είναι χριστιανοί, αλλά για κάποιον άγνωστο λόγο ανάβουν το κερί τους, στον άγιο, στο κισμέτ, άγνωστο σε τι και γιατί.
Κάτω απ’ τα τσάμια του παλιού σχολειού δεν κάθονται μαθητές. Εχει μετατραπεί σε μουσειακό χώρο. Αριστερά στον διάδρομο φωτογραφίες και εκδόσεις στα τουρκικά του βιβλίου «Ματωμένα χώματα», κι η φωτογραφία σου απ’ την επίσκεψη του 1982.
Κίνηση να δεις, αγαπητή Διδώ. Τότες δεν πολυσκοτιζόσασταν για τα ξακουστά αρχαία της Εφεσος, γιατί καθώς γράφεις ήτανε «αγκαλά και τα σπίτια μας – από περβάζι μέχρι κεφαλόσκαλο είχανε στολίδια απ’ τ’ αρχαία». Σήμερα, μόλις δέσουν τα κρουαζιερόπλοια στο Κουσάντασι, βουρ τα λεωφορεία και τα αυτοκίνητα για την Εφεσο και τα αρχαία της. Κόσμο να δεις, τελειωμό δεν έχει η ουρά για τις αρχαιότητες.
Στο καραβάκι της επιστροφής, αφήνοντας πίσω τα μικρασιατικά παράλια, σκέφτομαι ότι εκατό χρόνια μετά, λίγο πιο κάτω από τη γειτονιά μας, ανθρώπινα χαμόγελα γίνονται τρόμος και θάνατος. Και συνεχίζουμε να φωνάζουμε «Ανάθεμα στους αίτιους!».
