ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισμήνη Ανεμογιάννη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Γκραν Παλέ στο Παρίσι παρουσιάζει μέχρι και τις 26 Ιουλίου την έκθεση «Ματίς 1941-1954», αναδεικνύοντας έναν κύκλο έργων αφιερωμένο αποκλειστικά στα λιγότερο γνωστά τελευταία χρόνια της ζωής του Ανρί Ματίς (1869-1954). Βασισμένη κυρίως στις συλλογές του Κέντρου Πομπιντού, αλλά και σε έργα προερχόμενα από ιδιωτικές συλλογές που σπανίως έχουν εκτεθεί στη Γαλλία, η έκθεση δεν συνοψίζει απλώς μια διαδρομή, αλλά φωτίζει μια περίοδο «μεταμόρφωσης». Περισσότερα από 300 έργα, πίνακες, σχέδια, κομμένες γκουάς, βιβλία, υφάσματα και βιτρό συγκροτούν μιαν αφήγηση όπου το «ύστερο» δεν ταυτίζεται μόνο με την ολοκλήρωση, αλλά και με την επανεκκίνηση.

Το 1941, ύστερα από μια σοβαρή εγχείρηση που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή, ο ίδιος ο Ματίς κάνει λόγο, σε ηλικία 70 ετών, για μια «δεύτερη ζωή». Η φράση δεν είναι ρητορική. Εξασθενημένος σωματικώς και συχνά καθηλωμένος στο κρεβάτι, συνεχίζει να εργάζεται με μια ένταση που μοιάζει σχεδόν αντιφατική. Σχεδιάζει, γράφει, εικονογραφεί βιβλία και δεν σταματά να πειραματίζεται διαρκώς με τη γραφή, αναζητώντας νέες μορφές έκφρασης. Η ασθένεια δεν περιορίζει τη δημιουργία του· αντιθέτως, φαίνεται να τον πυροδοτεί και να του δίνει νέα ώθηση.

Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη γεννιέται και η πιο ριζική του καλλιτεχνική μετατόπιση: οι «κομμένες γκουάς» (gouaches découpées). Πρόκειται για ζωγραφική με πυκνά, αδιαφανή χρώματα νερού, τα οποία δίνουν έντονα ματ αποτελέσματα. Μια τεχνική η οποία σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί να θεωρηθεί απλή, σχεδόν παιγνιώδης, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, τόσο σε εννοιολογικό όσο και σε υλικό επίπεδο. Ο Ματίς, με την απαραίτητη υποστήριξη των βοηθών του, και κυρίως της αγαπητής του Λίντια Ντελεκτορσκάγια, ζωγραφίζει σε μεγάλες επιφάνειες χαρτιού με έντονα χρώματα και στη συνέχεια τα κόβει, σαν να αναζητά έναν πιο άμεσο τρόπο παρέμβασης στα έργα του. Δεν ζωγραφίζει πλέον μόνο με το πινέλο, αλλά βασικό ρόλο στο σχέδιό του κατέχει και ένα νέο εργαλείο: το ψαλίδι. Τα κομμάτια στερεώνονται προσωρινά με καρφίτσες στους τοίχους του ατελιέ, μετακινούνται, επανατοποθετούνται, «χορεύουν» και δοκιμάζονται ξανά και ξανά ώσπου να βρουν την οριστική τους θέση. Το έργο προκύπτει μέσα από μια συνεχή διαπραγμάτευση με τον χώρο, όχι ως προσχεδιασμένη εικόνα, αλλά ως ζωντανή διαδικασία.

Ματίς-Γκραν Παλέ, άποψη της έκθεσης
Ματίς-Γκραν Παλέ, άποψη της έκθεσης
«Acanthes» και πάλι από τα διάσημα «cut-outs», δηλαδή τα κολάζ από κομμένες γκουας της δεκαετίας του΄50
«Acanthes» και πάλι από τα διάσημα «cut-outs», δηλαδή τα κολάζ από κομμένες γκουας της δεκαετίας του΄50

Η έκθεση δείχνει εύστοχα ότι η ανάγκη του να ξεπεράσει τους περιορισμούς της υγείας του τον οδηγεί στο να σκαρφιστεί έναν νέο προσωπικό τρόπο δημιουργίας, εξίσου λειτουργικό με την προηγούμενη πιο «παραδοσιακή» ζωγραφική του. Με τις κομμένες γκουάς, το καθαρό ματ και έντονο χρώμα διαχέεται πέρα από το πλαίσιο του πίνακα και η εικόνα αποκτά σχεδόν αρχιτεκτονική διάσταση. Η εξέλιξη αυτή κορυφώνεται στο Παρεκκλήσι του Ροζαρίου στη Βανς, ένα έργο που αποτελεί προσωπική αποκορύφωση για τον Ματίς, στο οποίο αφιερώνεται για χρόνια και δεν περιορίζεται σε επιμέρους παρεμβάσεις αλλά το σχεδιάζει ως σύνολο: τα βιτρό, τις κεραμικές επιφάνειες, το εικονογραφικό του πρόγραμμα, ακόμα και τα ιερατικά άμφια. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς διακοσμητικό, αλλά ένα ενιαίο εικαστικό περιβάλλον όπου το φως και το χρώμα λειτουργούν ως βασικά δομικά στοιχεία και εντάσσουν όσους εισέρχονται στο παρεκκλήσι στον προσωπικό του καλλιτεχνικό κόσμο.

Την ίδια περίοδο της ζωής του διοργανώνονται προς τιμήν του μεγάλες εκθέσεις στη Νέα Υόρκη και διακρίνεται στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ο Ματίς καθίσταται δικαίως μία από τις κεντρικές προσωπικότητες της μοντέρνας τέχνης και διαγράφει νέα εικαστικά μονοπάτια, ικανά να σηματοδοτήσουν κινήματα και τάσεις. Ωστόσο, δεν επαναπαύεται, αλλά βρίσκεται σε διαρκή πειραματισμό.

Καθώς ο θεατής ακολουθεί την πορεία της έκθεσης στις αίθουσες του Γκραν Παλέ, παρατηρεί τη μετατόπιση του Ματίς όχι με τρόπο γραμμικό, αλλά μέσα από ενότητες που φωτίζουν τη λογική της επανάληψης και της παραλλαγής. Στο «Τζαζ», για παράδειγμα, ένα λεύκωμα περιορισμένης έκδοσης με τυπώματα βασισμένα σε πολύχρωμα κολάζ και θέματα εμπνευσμένα από το τσίρκο και το θέατρο, το χρώμα αποκτά ρυθμό, σχεδόν μουσική διάσταση. Στα πιο γνωστά έργα της περιόδου, όπως τα «Μπλε γυμνά», που κατ’ εξαίρεση παρουσιάζονται συγκεντρωμένα στην έκθεση, οι μορφές εμφανίζονται σταθερές και ταυτόχρονα ανοιχτές. Επαναλαμβάνονται, και καθώς μετασχηματίζονται, αποκτούν διαφορετικούς ρυθμούς κίνησης. Η επανάληψη δεν είναι ένδειξη εμμονής, αλλά υποδηλώνει την επίμονη προσπάθεια του Ματίς να κατακτήσει κάτι ουσιώδες. Σταδιακά, το ατελιέ μετατρέπεται σε έναν ιδιότυπο «κήπο» εικόνων. Οι μορφές -φυτικές, ανθρώπινες, διακοσμητικές- συνυπάρχουν σε ένα περιβάλλον που δεν είναι ούτε αυστηρά ζωγραφικό ούτε καθαρά αρχιτεκτονικό. Είναι ένας ενδιάμεσος χώρος, όπου το έργο δεν ολοκληρώνεται, αλλά διαρκώς μετατοπίζεται. Ισως εκεί βρίσκεται και η δυναμική της έκθεσης αυτής: στο ότι δεν παρουσιάζει τον Ματίς ως έναν καλλιτέχνη που ολοκληρώνει μια πορεία, αλλά, ακόμη και στο τέλος της ζωής του, επιμένει να δοκιμάζει τα όρια των εκφραστικών του μέσων.

Σε μια εποχή όπου η ωριμότητα μπορεί συχνά να συγχέεται με την επανάληψη, αυτή η «δεύτερη ζωή» του Ματίς μοιάζει να προτείνει κάτι διαφορετικό: το τέλος δεν είναι απαραίτητα κλείσιμο, αλλά μπορεί να αποτελεί μια νέα αρχή.

*Ιστορικός Τέχνης, Παρίσι