ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Φιλιππίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γιάννης Α. Καρατζόγλου | Τρουλλαίοι ναοί με πλάγιους χορούς στα Θεσσαλικά Αγραφα (16ος αι.-18ος αι.) | Σελ. 600, εικον. | ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. & Μ. Σταμούλης, 2025

Πριν καν ανοίξουμε αυτό το βιβλίο, μας δημιουργείται μια απρόσμενη απορία: τι στο καλό να γύρευε η φωτογραφία του εξωφύλλου με τέσσερις παπάδες να χορεύουν, όταν ο τίτλος του τόμου μιλούσε για ναούς μοναστηριών των Θεσσαλικών Αγράφων με εγκάρσιους «χορούς», δηλαδή καμπύλα εξογκώματα στο ύψος του τρούλου; Τι σχέση είχαν τα καθ’ όλα σεβαστά μνημεία μιας τέτοιας τραχείας γεωγραφικής περιοχής με τους παπάδες σε κάποιο τοπικό πανηγύρι;

Για να βρεθεί τι συνέβαινε, χρειάζεται κανείς να διαβάσει τους δύο προλόγους του ογκώδους τόμου, τον αρχικό του 2017 και τον πιο πρόσφατο του 2024. Εκεί θα πληροφορηθεί ότι στα εφτά αυτά χρόνια έχουν μεσολαβήσει τέσσερις «αλλεπάλληλες φωτοτυπικές εκδόσεις» με συνεχείς αλλαγές (βλέπε τα ρήματα που χρησιμοποιούνται στο βιβλίο: «διορθωθεί», «εμπλουτιστεί», «επικαιροποιηθεί», «προστεθεί») αλλά και μια ριζοσπαστική αλλαγή του τίτλου, καθώς τώρα πια, με τα καινούργια δεδομένα, με την εμπειρία που αποκτήθηκε ενδιάμεσα, προέκυψαν σοβαρά ζητήματα ορισμών. Κάτι εξαιρετικά κρίσιμο σε έρευνες αυτής της κατηγορίας.

Ο δεύτερος πρόλογος λοιπόν εξηγεί τι μεσολάβησε, επισημαίνει τις «αστοχίες», τα μειονεκτήματα της «στενά τυπολογικής θεώρησης της ναοδομίας», προσκομίζει δύο ατράνταχτες ομάδες με διαφορετικά τυπολογικά χαρακτηριστικά –κάτι σαν το DNA των μνημείων–, φέρνει τη μαρτυρία ακόμα και του γενάρχη της ντόπιας εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, του μεγάλου Αναστάσιου Ορλάνδου.

Γιατί ούτε και η πρώτη επίσημη εκδοχή του μνημείου, ως δημοσίευμα του 2017, είχε ιδιαίτερη σχέση με το μνημείο που άρχισε ο συγγραφέας να μελετά εκείνο το μακρινό 1980. Ο ίδιος ομολογεί στον πρόλογό του το 2017: «Η εργασία που ακολουθεί είναι προϊόν μακροχρόνιας έρευνας» και συμπληρώνει «είναι αλήθεια ότι λοξοδρόμησε, πλατείασε, αργοπόρησε πολύ». Είχαν περάσει 30 χρόνια από το αρχικό του αντίκρισμα, όταν πρωτοείδε το αντικείμενο του ερευνητικού του πόθου, γνωρίζοντας ότι εδώ θα κατασκήνωνε. Τριάντα χρόνια είναι πολλά: πόσα πράγματα μπορούν να μεσολαβήσουν στη ζωή, πόσες ανατροπές! Διαθέτουμε έτσι τέσσερις διακριτές παρουσίες του μνημείου. Ηταν σαν να παρακολουθούμε τη διαχρονική εξέλιξη ενός λογοτεχνικού χαρακτήρα, που από κεφάλαιο σε κεφάλαιο εξελίσσεται άλλοτε προβλέψιμα και άλλοτε όχι, οδεύοντας προς ένα προσδιορισμένο από τον συγγραφέα τέλος. Ανοίγουμε τον τόμο στην τύχη, κοιτάμε το τυπωμένο χαρτί με τα σύμβολα της γλώσσας μας, γράμματα και αριθμούς, σχέδια και φωτογραφίες, και πίσω τους, λες και πρόκειται για ένα άγνωστης έκτασης παλίμψηστο, διακρίνουμε παλιότερες διατυπώσεις, άλλα νοήματα, άλλες εκδοχές της αλήθειας.

Αλλοτε ρητά και άλλοτε άρρητα, μας προσφέρεται ένα βλέμμα συγκριτικό ανάμεσα στα πριν και τα μετά. Μπορούμε να δούμε πώς εξελίσσεται η υπόθεση, μέσα από πόσα στάδια περνάει μια αναθεώρηση. Και ιδίως, εισπράττουμε την έντονη αίσθηση του χρόνου που περνάει, της ροής του. Γιατί συνεχώς προκύπτουν νέα δεδομένα, κι άλλοι ερευνητές δουλεύουν παράλληλα σε άλλες συγγενικές περιοχές κι έτσι επικαλύπτονται τα συμπεράσματά τους με εκείνα του συγγραφέα. Συνεχώς προκύπτουν νεότερα στοιχεία, ανακαλύπτονται χαμένα αρχεία, γίνονται σπουδαίες συσχετίσεις και δημοσιεύονται νέες έρευνες και μαρτυρίες. Μια αέναη διαδικασία με έντονη τη γεύση ματαιότητας.

Ομως κάτι έχει μείνει έτσι έξω από τον λογαριασμό: οι παπάδες-χορευτές. Αυτών η ώρα θα έρθει στο τέλος του πιο πρόσφατου προλόγου, όπου ο συγγραφέας-ερευνητής αντιλαμβάνεται πως πρέπει επιτέλους να εξηγήσει την παρουσία τους.

Εκεί ο Γ. Α. Καρατζόγλου ανοίγει τα χαρτιά του σημειώνοντας: «Ο όρος χορός προέρχεται από τους χορούς των ψαλτών αλλά συναντά και την κίνηση της κατ’ εξοχήν τελετουργικής τέχνης του χορού, που βρίσκεται στη ρίζα στης διαλογικής-δραματικής μορφής της ορθόδοξης λειτουργίας». Να, λοιπόν, πώς μας αποκαλύπτει ότι τα έκπληκτά του μάτια είχαν δει σε κάποιο πανηγύρι του 1998 «τον αργό, ιεροπρεπή αυτόν χορό», μη κατανοώντας ακόμη τη σημασία του, το γιατί άραγε να τον έλεγαν «κλειστό».

Θα αργήσει, όπως ομολογεί, να κάνει στο μυαλό του τη σπουδαία σύζευξη με τους χορούς, δηλαδή με τις κόγχες των ναών που θα μελετούσε με τόσο πάθος κατόπιν στη ζωή του. Γιατί μόλις τότε είχε επιτέλους καταλάβει πως είχαν κι οι δυο τους ακριβώς το ίδιο σχήμα! Επαληθεύοντας έτσι πως τα πάντα κρύβουν αόρατους συμβολισμούς.