Υστερα από σαράντα πέντε χρόνια παρουσίας αλλά και συμμετοχής στα δράματα που καθημερινά εκτυλίσσονται στις γκρίζες και απρόσωπες αίθουσες των δικαστηρίων, αντιλήφθηκα ότι Δικαιοσύνη δεν είναι μόνο οι δικαστές, δεν είναι μόνο οι νόμοι και οι δικονομίες. Είναι κάτι παραπάνω. Η Δικαιοσύνη είναι αίσθημα. Οπως είναι η χαρά και η λύπη, η ηδονή και ο πόνος. Είναι η εμπειρική και ως εκ τούτου αυταπόδεικτη αντίληψη μιας τάξης πραγμάτων που είναι έμφυτη στον άνθρωπο, ακόμα και στα ζώα, και ως εκ τούτου είναι απαρασάλευτη.
Και γι’ αυτόν τον λόγο δεν τιμά τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης να περιφρονούν το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα αποδίδοντάς του λαϊκιστικό χαρακτήρα, παρ’ όλο που οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του λαού. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε οι δίκες είναι δημόσιες ώστε ο λαός να ξέρει πώς αυτές διεξάγονται και αν αυτές είναι σύμφωνες με την εντολή την οποία έχει παραχωρήσει στους υπαλλήλους του, τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης. Η αλαζονική άποψη πολλών δικαστών περί της υπεροχής μιας περιστασιακής -γραφειοκρατικής τις περισσότερες φορές- διαδικασίας ρύθμισης κοινωνικών και οικονομικών θεμάτων, την οποία αποκαλούν πομπωδώς «ο Νόμος», και της υποταγής του περί δικαίου αισθήματος σε αυτόν, συνιστά ύβρη.
Στην προσπάθεια αποκατάστασης της έννοιας δικαιοσύνη όπως την περιγράψαμε, πρέπει να αποκαταστήσουμε και την εικόνα της, στο μέτρο που η παράδοσή μας ως λαός είχε και θέλω να πιστεύω ότι έχει ορίσει γι’ αυτήν. Και πρώτη συνθήκη για την αποκατάσταση είναι η αποκαθήλωση της εικόνας της ως μιας τυφλής γυναίκας. Τη δικαιοσύνη στη μυθολογική λαϊκή μας παράδοση εκπροσωπούσε η θεά Θέμις. Και η Θέμις δεν ήταν τυφλή, το αντίθετο μάλιστα. Ενα από τα προσωνύμιά της ήταν «Πανδερκής», δηλαδή αυτή που βλέπει τα πάντα. Ας θυμηθούμε και το «Εστι δίκης οφθαλμός, ος τα πάνθ’ ορά». Ενα άλλο προσωνύμιο ήταν «Ιχναία», αυτή δηλαδή που αποκαλύπτει και εξιχνιάζει τα πάντα. Τυφλή την παρέστησε το ταξικό και απάνθρωπο ρωμαϊκό δίκαιο, το δίκαιο των πατρικίων και των αυτοκρατόρων, που έθετε την ιδιοκτησία και τα προνόμια κάποιων πάνω από τις ανθρώπινες αξίες.
Και μην ξεχνάμε ότι τυφλή Δικαιοσύνη και συνάμα ανεξάρτητη, όπως μας την παρουσιάζουν οι εξουσίες, είναι αντιφατικές έννοιες. Ο τυφλός πάντοτε θέλει κάποιον να τον παίρνει από το χέρι και να τον καθοδηγεί. Αρα πώς μπορεί ο χειραγωγημένος να είναι και ανεξάρτητος; Και αυτός ο κάποιος που χειραγωγεί την τυφλή Δικαιοσύνη είναι πάντα ο κατασκευαστής του Νόμου, που δεν είναι άλλος από το κράτος, είναι αυτός που επιτηρούσε το αλυσόδεμα του φιλάνθρωπου Προμηθέα στον βράχο του Καυκάσου. Εκεί που ο αδικημένος Τιτάνας ξεστόμισε τη μεγάλη φράση: «Εμοί δε μήτηρ ουχ άπαξ μόνον Γαία και Θέμις, πολλών ονομάτων, μορφή δε μία». Η Θέμις Γαία Μάνα που τον δίδαξε ότι οι άνθρωποι και οι θεοί είναι όλοι παιδιά της που έκανε με έναν μοχθηρό πατέρα ο οποίος είχε πράξει ανόσια έργα, «παίδες εμοί κα πατρός ατασθάλου… πρότερος γαρ αεικέα μήσατο έργα» (Ησιόδου Θεογονία, 164-166). Και αυτές οι παρακαταθήκες που διαφύλαξαν οι μεγάλοι ποιητές επιβεβαιώνουν αυτό που είχε πει ο Παλαμάς στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου»: «Τα μεγάλα εθνικά ιδανικά, όταν ξεπέφτουν, και ο καθένας τα διώχνει από το σπίτι του, ο ποιητής τα παίρνει στο καλύβι του και άσυλο τους δίνει».
Ας αναστοχαστούν λοιπόν οι Ελληνες δικαστές. Η συμπεριφορά τους στο έγκλημα των Τεμπών έχει ξεπεράσει τα όρια της Υβρεως· από τη στιγμή δε που με πρόσχημα τη δικονομική τυπολατρία τιμωρεί και βασανίζει το θύμα και προστατεύει τον θύτη, κινείται στο πεδίο της Ατης, του παραλογισμού και του «ατάσθαλου». Κοντοζυγώνει όμως αναπόδραστα η Νέμεσις. Και ας κλείσουμε πάλι με Κωστή Παλαμά για να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν.
«Γνώμες, καρδιές, όσοι Ελληνες, ακούστε με κι εμένα: Μας ήβραν χρόνια δίσεχτα, στενά, καταραμένα. Γνώμες, καρδιές, όσοι Ελληνες, ό,τι είστε, μην ξεχνάτε, δεν είστε από τα χέρια σας μονάχα, όχι. Χρωστάτε και σε όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ’ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί»
(Κ. Παλαμάς «Η λειτουργία δεν τελείωσε»).
Στους αγέννητους που λέει ο ποιητής, δηλαδή σε αυτούς που πρόκειται να γεννηθούν, θα προσθέσω και τα παιδιά που θα γεννιόντουσαν από τις νέες και τους νέους που χάθηκαν στα Τέμπη αλλά δεν θα μπορέσουν να έρθουν στον κόσμο ποτέ γιατί οι νεκροί πλέον γονείς τους δεν πρόλαβαν. Και αυτά τα παιδιά που δεν θα γεννηθούν ποτέ, όντας διπλά αδικημένα, θα είναι οι πιο αδέκαστοι κριτές, αυστηρές σκιές στην έδρα της Τίσεως, τη φοβερή στιγμή της τιμωρίας όλων των ενόχων.
*Νομικός, συγγραφέας
