Καμιά επιστροφή δεν είναι ίδια. Ποτέ δεν ήταν. Και ποτέ δεν θα είναι. Ισως να είναι ίδιες οι αποσκευές μας: οι βαλίτσες που γυρίζουν λίγο πιο φθαρμένες, με τα φερμουάρ τους να τρίζουν από το πηγαινέλα, η άμμος που αντιστέκεται στο σκούπισμα και ταξιδεύει μαζί μας σαν πεισματάρικο ενθύμιο, τα τσακισμένα εισιτήρια στις τσέπες που μοιάζουν με ξεθωριασμένα φυλαχτά. Αλλά εμείς δεν είμαστε οι ίδιοι.
Οι καλοκαιρινές επιστροφές είναι μια σιωπηλή λιτανεία. Εχουν τη δική τους τελετουργία. Εχουν βλέμματα καρφωμένα στον ορίζοντα που χάνεται από το παράθυρο, σαν να μπορούσαν να καθυστερήσουν για λίγο ακόμα το τέλος. Εχουν σιωπές πιο ηχηρές από τις κουβέντες, σιωπές που κουβαλούν την παραδοχή πως ο χρόνος γλίστρησε πάλι. Είναι το σώμα που επιστρέφει στην πόλη, ενώ η ψυχή αρνείται να ακολουθήσει, μένει στραμμένη στη θάλασσα, λες και μπορεί να φυλάξει μέσα της μια τελευταία γουλιά αλμύρα, μια τελευταία νύχτα που μύριζε γιασεμί και ανεμελιά.
Το καλοκαίρι δεν τελειώνει στα λιμάνια, ούτε στους σταθμούς. Δεν λήγει με το εισιτήριο που σκίζεται, ούτε όταν δένει το πλοίο. Τελειώνει τη στιγμή που ξαναρχίζουμε να μετράμε τις μέρες με εκκρεμότητες αντί για αστέρια και φεγγάρια. Οταν ο ρυθμός των κυμάτων αντικαθίσταται από τον ρυθμό των ειδοποιήσεων. Οταν το «θα δούμε αύριο» ξαναγίνεται «πρέπει σήμερα».
Κι όμως, οι αποσκευές που αξίζουν δεν είναι αυτές που ζυγίζονται στα αεροδρόμια. Ούτε οι τσάντες που στριμώχνονται στο πορτμπαγκάζ. Είναι το γέλιο που έμεινε για πάντα καρφωμένο σε μια αυλή με πλαστικές καρέκλες. Είναι η λέξη που ειπώθηκε ξαφνικά κάτω απ’ τα αστέρια και δεν μπορούμε πια να την ξεπούμε. Είναι η σιωπή που χωρούσε δυο ανθρώπους χωρίς να τους βαραίνει. Είναι η αίσθηση ότι κάποια στιγμή, έστω για λίγο, ήμασταν πιο αληθινοί. Αυτά είναι τα βάρη που κουβαλάμε πίσω· και μας βαραίνουν γλυκά, σαν μελωδίες που κολλούν στο μυαλό.
Σήμερα, στο πρώτο φανάρι της πόλης, ανάμεσα σε κορναρίσματα και βλέμματα βιαστικά, με πρόδωσε ένα χαμόγελο. Γιατί κατάλαβα ότι δεν επέστρεψα ποτέ στ’ αλήθεια στον ίδιο τόπο. Επέστρεψα σε έναν καινούργιο εαυτό. Σ’ εκείνον που μάζεψε λίγο ήλιο μέσα του, σ’ εκείνον που δάκρυσε ή γέλασε απροσδόκητα, σ’ εκείνον που τόλμησε να μείνει για λίγο ακίνητος και να ακούσει το κύμα. Και κάπου μέσα μου η θάλασσα ανασαίνει ακόμα. Οχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν μυστική υπόσχεση ότι τίποτα δεν χάνεται, παρά μόνο αλλάζει μορφή. Οπως το νερό, που γίνεται άλλοτε αφρός άλλοτε πέλαγος κι άλλοτε ατμός που βγαίνει από το σίδερο.
Κι ίσως αυτή να είναι η μοίρα κάθε επιστροφής: να μας θυμίζει πως το καλοκαίρι μπορεί να τελειώνει στο ημερολόγιο, αλλά ποτέ δεν τελειώνει μέσα μας – αν έχουμε το θάρρος να κουβαλάμε τη θάλασσα στον τρόπο που ζούμε.
