Με αθρόες συλλήψεις, φυλακίσεις, εξορίες και απάνθρωπα βασανιστήρια -ανάλογα με εκείνα των γερμανικών Ες Ες- η δικτατορία του Μεταξά δεν επιδίωκε μόνο να καταπνίξει μια πιθανή αντίσταση, αλλά να εξαφανίσει κάθε «ενοχλητική» φωνή.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικά στοιχεία, που δημοσιεύτηκαν το 1950, αλλά πολύ γρήγορα αποσιωπήθηκαν και «ξεχάστηκαν», «υπέρ τα 80.000 άτομα εβασανίσθησαν επί μήνας ολοκλήρους εις τα κρατητήρια των Ασφαλειών και των παραρτημάτων τους, εις τας μονίμους φυλακάς του κράτους και τας ερημονήσους του Αιγαίου».
Την ίδια στιγμή ο Μεταξάς και οι στενοί συνεργάτες του επιδίωκαν να καθιερώσουν την 4η Αυγούστου – ημέρα επιβολής του τυραννικού καθεστώτος- ως εθνική εορτή και ο λαός καλούνταν, ακόμα και με καταναγκαστικό τρόπο, να πανηγυρίζει κάθε χρόνο, «εν χορδαίς και οργάνω», την ημέρα της καταλύσεως των ελευθεριών του!

Στην πραγματικότητα ο Μεταξάς, αντικοινοβουλευτικός εκ πεποιθήσεως, σχεδίαζε από καιρό τη δικτατορία, σε συνεργασία με τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β’ και -όπως αναφέρεται σε πολλές πηγές- εν γνώσει των Αγγλων.
Ετσι, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Κωνσταντίνου Δεμερτζή και τη διάλυση της κυβέρνησής του, ο Γεώργιος Β’, παραβιάζοντας την «αρχή της δεδηλωμένης», διόρισε κυβέρνηση υπό τον Ι. Μεταξά, του οποίου το κόμμα είχε αποδοκιμαστεί στις τελευταίες εκλογές εκείνου του έτους, λαμβάνοντας μόλις το 3,94% των ψήφων.
Η κυβέρνηση του Μεταξά έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 27 Απριλίου 1936, έπειτα από μια θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής. Μόλις τρεις ημέρες αργότερα, ο Μεταξάς ζήτησε και πέτυχε τη διακοπή των εργασιών της Βουλής μέχρις τις 30 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, η Βουλή δεν επαναλειτούργησε ποτέ.
Σε συνεννόηση με το Παλάτι, ο Μεταξάς κήρυξε, στις 4 Αυγούστου 1936, δικτατορία, με πρόσχημα τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» – το ίδιο επιχείρημα που επικαλέστηκε 31 χρόνια αργότερα και ο Γ. Παπαδόπουλος για τη δική του δικτατορία.
Εκείνη την ημέρα δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 324/ 1936) δύο βασιλικά διατάγματα: το ένα διέλυε τη Βουλή και το άλλο ανέστελλε βασικά άρθρα του Συντάγματος.
Τα άρθρα αφορούσαν θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών: την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, την προστασία του οικογενειακού ασύλου, την ελευθερία της έκφρασης, το απόρρητο της αλληλογραφίας και την ελευθερία του Τύπου.
Σε άλλο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 323/1936) δημοσιεύτηκε διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά, στο οποίο δηλώνεται ξεκάθαρα ότι η επιβολή της δικτατορίας έγινε με την έγκριση του βασιλιά Γεώργιου Β’. Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «[Η κυβέρνηση] προέβη τη εγκρίσει της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως εις την κήρυξιν του Στρατιωτικού Νόμου καθ’ άπασαν την Χώραν και την διάλυσιν της Βουλής».
Στο ίδιο διάγγελμα, ο Μεταξάς ουσιαστικά προαναγγέλλει τις δοκιμασίες και τα δεινά που επρόκειτο να υποστεί ο ελληνικός λαός υπό το καθεστώς του, λέγοντας: «Οφείλω όμως να δηλώσω κατηγορηματικώς ότι πάσαν οιανδήποτε αντίδρασιν κατά του εθνικού τούτου έργου της Ελληνικής Αναγεννήσεως είμαι αποφασισμένος να την εξουδετερώσω διά του τραχύτερου τρόπου».
Πραγματικά, αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας ξεκίνησε «κύμα» συλλήψεων – όχι μόνο κομμουνιστών αλλά και οποιουδήποτε κρινόταν πιθανός αντίπαλος ή «κίνδυνος» για το καθεστώς. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν πρώην υπουργοί, βουλευτές, πανεπιστημιακοί, στρατιωτικοί και απλοί πολίτες.
Σύμφωνα με τον Ι. Γ. Κορωνάκη, στο αποκαλυπτικό βιβλίο του «Η Πολιτεία της 4ης Αυγούστου» (Αθήνα 1950), ολόκληρη η χώρα κυριαρχούνταν «από τα ένοπλα όργανα του καθεστώτος, από χαφιέδες και καταδότες, οι οποίοι και απετέλουν και τα αδρότατα αμειβόμενα στηρίγματά του».
Προκειμένου να δείχνουν ότι παράγουν «έργο» και ν’ αποκτούν προνόμια, οι καταδότες κατηγορούσαν πολίτες ως «αντεθνικά δρώντες» συχνά χωρίς στοιχεία ή αφορμές. Μεταξύ αυτών υπήρχαν γυναίκες, που τότε δεν είχαν ούτε δικαίωμα ψήφου, ακόμη και ηλικιωμένοι. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα σύλληψης στο Βίτσι της Μακεδονίας και προσαγωγής σε δίκη μιας 96χρονης γυναίκας!
Με όλη αυτή τη «δραστηριότητα», μέχρι τον Νοέμβριο του 1936, μόλις λίγους μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, είχαν συλληφθεί και εξοριστεί περίπου 1.000 πολίτες διαφόρων πολιτικών φρονημάτων και περίπου 330 φυλακίστηκαν με βαριές ποινές, σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονταν σε απόφαση εκείνης της περιόδου του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε. του ΚΚΕ.
Ο Κορωνάκης για το ίδιο χρονικό διάστημα αναφέρει τον ίδιο αριθμό συλλήψεων (1.000) ανεβάζοντας τον αριθμό των καταδικασθέντων σε 380. Στο βιβλίο του παραθέτει έναν μεγάλο κατάλογο εξορισμένων, ανάμεσά τους και τον πρώην πρωθυπουργό Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, ο οποίος ασθενής οδηγήθηκε στην Πάρο και δεν του επιτράπηκε να επιστρέψει παρά μόνο όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε τόσο πολύ, ώστε να νοσηλευτεί στον «Ευαγγελισμό», όπου εξέπνευσε στις 7 Μαρτίου 1938.
Ακόμα αναφέρει, μεταξύ άλλων, τους πολιτικούς αρχηγούς Γ. Καφαντάρη, που εξορίστηκε στη Ζάκυνθο, Αλεξ. Μυλωνά στην Ικαρία, Εμμαν. Τσουδερό στη Λευκάδα, Γ. Παπανδρέου στα Κύθηρα και μετά στην Ανδρο, Ν. Ζαχαριάδη στην Κέρκυρα, όπου φυλακίστηκε.
Ανάμεσα στους εξορισθέντες ήταν πανεπιστημιακοί όπως οι Αλ. Σβώλος και Κ. Τσάτσος, στρατιωτικοί όπως ο Κ. Δαβάκης (ο ήρωας της Πίνδου), ο ηγέτης του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης, ο Κ. Βεντήρης (μετέπειτα αρχηγός του ελληνικού στρατού Μέσης Ανατολής), ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, σημαντική μορφή της Εθνικής Αντίστασης κ.ά.
Σύμφωνα με στοιχεία του Κορωνάκη (σελ. 45-46), 630 πολιτικοί κρατούμενοι έμειναν για πολλά χρόνια στις φυλακές της Ακροναυπλίας, 170 στις φυλακές της Αίγινας, 10 στην Κέρκυρα και περίπου 500 στην Τρίπολη και αλλού.
Επίσης, εξορίστηκαν χωρίς καταδικαστικές αποφάσεις περίπου 230 άτομα στον Αγιο Ευστράτιο, 130 στη Φολέγανδρο, 180 στην Ανάφη, 30 στη Γαύδο, 30 στην Κίμωλο και πολλοί άλλοι σε Ιο, Σίφνο, Σίκινο κ.α.
Τα βασανιστήρια άρχιζαν αμέσως μετά τη σύλληψη.
Ο Ι. Κορωνάκης σημειώνει χαρακτηριστικά ότι για τα βασανιστήρια «…εχρησιμοποιούντο τα διαβόητα κρατητήρια των Ασφαλειών, τα οποία συνηγωνίζοντο εις θηριωδίαν τα χιτλερικά στρατόπεδα και τα κρατητήρια των Ες Ες».
Αυτό μπορεί να σχετίζεται με τη… συνεργασία που είχε αναπτυχθεί την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά μεταξύ των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας και της ναζιστικής Αστυνομίας και των Ες Ες για τον κοινό «αντικομμουνιστικό αγώνα».
Οπως αναδείχτηκε σε ιστορική έρευνα που δημοσιεύτηκε στις «Νησίδες» (φ. 1.8.2021), η συνεργασία αποκαλύφθηκε μέσα από αλληλογραφία του υφυπουργού Ασφαλείας Κωνσταντίνου Μανιαδάκη με τον Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), αρχηγό των Ες Ες και της γερμανικής Αστυνομίας.
Η αλληλογραφία τους ήρθε στο φως από την αντιδικτατορική εφημερίδα «Φλόγα», μεσούσης της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, και φαίνεται ότι η «μεταξική» Αστυνομία αντέγραψε πολλές από τις φρικτές μεθόδους βασανισμού των πολιτικών κρατουμένων που εφάρμοζε η Αστυνομία της ναζιστικής Γερμανίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μανιαδάκης στην επιστολή του προς τον Χίμλερ ζητούσε, μεταξύ άλλων, να μάθει «τον εν γένει αστυνομικόν και κατασταλτικόν τρόπον και τα μέσα άτινα εφαρμόζουν σήμερον αι υπηρεσίαι σας διά την δίωξιν του κομμουνισμού».
Επίσης ζητούσε πληροφορίες για «το σύστημα της διαβιώσεως και απομονώσεως των κρατουμένων (στρατόπεδα συγκεντρώσεως), τα στρατόπεδα εργασίας των κομμουνιστών και όλα τα σχετικά από οικονομικής και διοικητικής απόψεως», επειδή -όπως έγραφε- «προτιθέμεθα να εφαρμόσωμεν ενταύθα το σύστημα τούτο».
Καταλήγοντας, ο Μανιαδάκης ζητούσε πληροφορίες και για «τας νέας τεχνικάς και μορφωτικάς μεθόδους που εφαρμόζει η γερμανική Αστυνομία».
Δεν γνωρίζουμε εάν «στας νέας τεχνικάς» περιλαμβάνονταν και τα βασανιστήρια που εφαρμόστηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά από τα αστυνομικά όργανα του Μανιαδάκη, ωστόσο δεν υπολείπονταν σε βιαιότητα από αυτά που γνώρισαν στην περίοδο της Κατοχής στα γερμανικά μπουντρούμια χιλιάδες πολίτες.
Το πιο γνωστό βασανιστήριο για τους κρατούμενους στα χρόνια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου ήταν η χορήγηση σε τρεις δόσεις καθαρτικού (ρετσινόλαδο). Αργότερα, «την θέσιν του καθαρτικού έλαβεν η στήλη του πάγου, όπου ετοποθετούντο γυμνοί οι κρατούμενοι».
Επιπλέον, χρησιμοποιούνταν σιδερένιο στεφάνι με μεταλλικά αγκάθια στο εσωτερικό, το οποίο «φορείτο εις την κεφαλήν των θυμάτων και βαθμηδόν εβιδώνετο». Αλλα βασανιστήρια ήταν η «φάλαγγα» στα πέλματα, βραστά αυγά στη μασχάλη «και ποικίλαι άλλαι μέθοδοι, τας οποίας εγέννα η εγκληματική φαντασία των βασανιστών».
Μετά τα βασανιστήρια, η κατάσταση δεν γινόταν καλύτερη. Οι κρατούμενοι υπέφεραν από απομόνωση, χωρίς επισκέψεις ή αλληλογραφία, και ζούσαν σε άθλιες συνθήκες που επιδείνωναν την υγεία και οδηγούσαν ακόμα και στον θάνατο.
Σύμφωνα με τον Ι. Κορωνάκη, 64 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τις κακουχίες: 40 στον Αγιο Ευστράτιο, 13 στην Ακροναυπλία, 4 στη Φολέγανδρο και 7 σε άλλα νησιά. Επιπλέον, 12 άνθρωποι δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια βασανιστηρίων, μεταξύ των οποίων ο φοιτητής της Νομικής και στέλεχος του ΚΚΕ Χρήστος Μαλτέζος.
Επίσης, «υπέστησαν διασάλευση των φρένων από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια» 11 πολίτες στην Ακροναυπλία και πέντε στον Αγιο Ευστράτιο, ενώ από φυματίωση προσεβλήθησαν 70 κρατούμενοι στην Ακροναυπλία, 30 στον Αγιο Ευστράτιο και 100 άτομα σε άλλες φυλακές και εξορίες και πάνω από 500 ασθένησαν «βαρύτατα εξ άλλων νόσων».
Για πολλούς κρατούμενους, όμως, η απελευθέρωση δεν ήρθε ποτέ. Μετά την εισβολή των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών από τους 1.870 πολιτικούς κρατούμενους του μεταξικού καθεστώτος, οι 1.200, που δεν κατάφεραν να δραπετεύσουν, παραδόθηκαν στους κατακτητές. Από αυτούς, οι 677 εκτελέστηκαν κατά διαστήματα σε διάφορα μέρη, όπως το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, το στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, το Κούρνοβο (Τρίλοφο) Φθιώτιδας κ.ά.
Στο Κούρνοβο εκτελέστηκαν, στις 6 Ιουνίου 1943, από Ιταλούς 106 πατριώτες ως αντίποινα για την ανατίναξη ιταλικής αμαξοστοιχίας από τον ΕΛΑΣ. Πάνω από τους μισούς ήταν κρατούμενοι που είχαν παραδοθεί στους κατακτητές από την πρώτη μέρα της Κατοχής, μεταξύ αυτών Ακροναυπλιώτες και Αναφιώτες.
