ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάσονας Τριανταφυλλίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέχρι το 1949 περίπου τα βραβεία Οσκαρ ήταν καθαρά επαγγελματικά βραβεία, που τα έδιναν δηλαδή οι επαγγελματίες του σινεμά στους επαγγελματίες του σινεμά, σε ταινίες αμερικανικής ή αγγλικής παραγωγής που «μιλούσαν» την αγγλική γλώσσα. Το 1949 όμως, αν θυμάμαι καλά, η τεράστια παγκόσμια καλλιτεχνική επιτυχία του «Κλέφτη ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα τούς έκανε να κάνουν μία εξαίρεση και να βραβεύσουν εξτρά αυτήν την ταινία και από τότε ξεκίνησε ο θεσμός της «ξενόγλωσσης ταινίας», δηλαδή ταινίας που «μιλούσε» άλλη γλώσσα από την αγγλική, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της.

Πολύ σύντομα αυτό εξελίχθηκε στο Οσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας που ξέρουμε σήμερα, άλλωστε και ο καιρός τότε το ευνοούσε: μόλις είχαν βγει ο Φελίνι, ο Μπέργκμαν, ο Κουροσάβα, ο Βισκόντι υπήρχε δηλαδή μία παγκόσμια άνθηση του σινεμά. Μόνο που αντίθετα με όλες τις άλλες κατηγορίες, κάθε χώρα προτείνει την ταινία που την εκπροσωπεί και οι εκλέκτορες που έχουν περάσει τους 6.000 ψηφίζουν για την πεντάδα και για τον νικητή. Καμιά φορά οι πιο ειδικοί κάθε κατηγορίας ξεχώριζαν κάποιους από τους συντελεστές και τους έβαζαν ξεχωριστά -π.χ. το «Ζ» του Γαβρά έχει πάρει Οσκαρ Ξενόγλωσσης αλλά και Βραβείο Μοντάζ.

Η Ελλάδα έκανε 12 χρόνια να μπει στον χορό, δεν στείλαμε υποψήφια ούτε καν το «Ποτέ την Κυριακή» του 1960, το οποίο οπωσδήποτε θα είχε κερδίσει. Το 1962, όμως, η Ελένη Βλάχου παντοδύναμη εκδότρια αλλά και γυναίκα που ήξερε -δεν αρκεί μόνο να έχεις την εξουσία αλλά να ξέρεις και να τη διαχειρίζεσαι- πήρε τηλέφωνο τον υπουργό Βιομηχανίας, στον οποίο τότε υπαγόταν το σινεμά -γι’ αυτό άλλωστε και το ελληνικό σινεμά τότε πήγαινε καλά- και σχεδόν του επέβαλε να στείλει υποψήφια για πρώτη φορά την «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη. Εκείνη την εποχή, είπαμε, η κ. Ελένη και μπορούσε και ήξερε και έτσι η «Ηλέκτρα» μπήκε στην πεντάδα των καλύτερων ξένων ταινιών.

Δυστυχώς μετά τη χούντα το σινεμά πέρασε στην αρμοδιότητα του ΥΠΠΟ και αν εξαιρέσεις τον πρώτο πρόεδρο του Κέντρου Κινηματογράφου, Γιώργο Τζαβέλλα, από εκεί και πέρα οι υπόλοιποι και οι επόμενοι -στην πλειονότητά τους και όχι μόνο στο Κέντρο Κινηματογράφου- πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ούτε το θέμα ήξεραν ούτε το αγαπούσαν. Και αυτή η κατάσταση συνεχίζεται ανεξαρτήτως κομμάτων, κυβερνήσεων και υπουργών. Μέσα σε όλα τ’ άλλα, ακόμα και στην επιτροπή που διαλέγει ποια ταινία θα στείλουμε στα Οσκαρ. Με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να στείλουμε ακόμα και ένα ντοκιμαντέρ και κάποια άλλη στιγμή να μας στείλουν την ταινία πίσω, όπως έμαθα, γιατί νομίζανε πως τους στείλαμε χαλασμένη κόπια γιατί έτρεμε η εικόνα, πού να φανταστούν οι άνθρωποι πως αυτό στην Ελλάδα θεωρείται «στιλ».

Τώρα ξαφνικά το ΥΠΠΟ, άτσαλα -είναι η αλήθεια- και απρόσεχτα, προσπάθησε να συμμαζέψει λίγο τα ασυμμάζευτα και να βάλει μια στοιχειώδη τάξη και όρμησαν όλοι να το φάνε, απέσυραν οι περισσότεροι τις ταινίες τους που τις περισσότερες -αν όχι όλες- τις έχει πληρώσει το κράτος και κάποιες από αυτές μπορεί να μην παιχτούν ποτέ στα σινεμά και που δύσκολα θα έβρισκε κανείς σ’ αυτές κάποια καλλιτεχνική αξία.

Και άτσαλα το έκανε και απρόσεχτα, αλλά τουλάχιστον έγινε μία αρχή και μακάρι να συνεχίσει έτσι και προς άλλες ανάλογες περιπτώσεις σε χώρους όπου ελέγχονται χρόνια από συγκεκριμένους ανθρώπους που μόνο καλό δεν κάνουν στο ελληνικό σινεμά.

Ας συνεχίσουν, μόνο μην το κάνουν άτσαλα και απρόσεχτα, και να είναι σίγουροι πως σε όλες αυτές τις διαμαρτυρίες ανθρώπων, που το μόνο που τους νοιάζει είναι το συμφέρον και η θέση τους, ο κόσμος δεν δίνει απολύτως καμία σημασία. Θα καθαρίσει κάποια στιγμή κάποιος όλον αυτόν τον χώρο από τον χορό των παρείσακτων σ’ αυτόν;

Το παραπάνω κείμενο για το συγκεκριμένο θέμα ήταν σύντομο, αλλά θα επανέλθω συντόμως…