ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι αυξανόμενες μαζικές απολύσεις από μεγάλες και κερδοφόρες εταιρείες της υφηλίου τους τελευταίους μήνες ερμηνεύονται από αρκετούς «ειδικούς» ως το τίμημα της τεχνολογικής προόδου, της μετάβασης στη νέα οικονομία της γνώσης, της εδραίωσης των ψηφιακών εφαρμογών και της επέκτασης της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης στο οικονομικό γίγνεσθαι. Ωστόσο αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Εργαζόμενους δεν απολύουν μόνο η βαριά βιομηχανία, οι τράπεζες ή το λιανικό εμπόριο αλλά και ο τομέας αιχμής, οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Πέρυσι, χρονιά κατά την οποία οι ΗΠΑ κατέγραψαν ιστορικά χαμηλή ανεργία, αύξηση μισθών και μείωση του πληθωρισμού, περίπου 262.000 εργαζόμενοι στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας έχασαν τη δουλειά τους, ενώ ακόμη 24.500 προστέθηκαν σε αυτούς τον προηγούμενο μήνα.

Οι απολύσεις αυτές υλοποιούνται δε σε μια περίοδο κατά την οποία οι εταιρείες τού εν λόγω κλάδου συνεχίζουν να καταγράφουν κέρδη και αποτιμήσεις-ρεκόρ.

Η παραπάνω ερμηνεία της αναπόφευκτης ανόδου της ανεργίας λόγω της τεχνολογικής μετάβασης -που προβλήθηκε ευρέως την τελευταία διετία από διεθνείς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και οικονομικά φόρουμ όπως το Νταβός- κατά συνέπεια φαίνεται να πάσχει.

Αντίθετα αυτό που διαφαίνεται όλο και πιο ξεκάθαρα είναι ότι η «νέα οικονομία υψηλής τεχνολογίας» λειτουργεί και αυτή βάσει μιας μακροχρόνιας αξίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, της απροκάλυπτης απληστίας. Και οι μαζικές απολύσεις προκαλούνται από αυτή την απληστία.

Η «μηχανή» είναι λίγο-πολύ γνωστή και λέγεται επαναγορές μετοχών, μια πρακτική που ώς το 1982 ήταν απαγορευμένη στις ΗΠΑ καθώς θεωρούνταν καραμπινάτη χειραγώγηση της αγοράς. Η νομιμοποίησή της αποτέλεσε επί της ουσίας την άδεια λεηλασίας μυριάδων υγιών επιχειρήσεων από το χρηματιστικό κεφάλαιο. Επέτρεψε εταιρικά κέρδη που θα μπορούσαν να δαπανηθούν για την έρευνα, την ανάπτυξη, την ασφάλεια, τη διασφάλιση θέσεων εργασίας, τις αμοιβές των εργαζομένων, να χρησιμοποιηθούν για τον πλουτισμό των μετόχων-επενδυτών και των διοικήσεων των εταιρειών.

Με βάση τα στοιχεία του Ακαδημαϊκού-Βιομηχανικού Δικτύου Ερευνας (theAIRNet) εκτιμάται ότι περίπου το 70% όλων των εταιρικών κερδών στις ΗΠΑ κατευθύνεται σήμερα για επαναγορές μετοχών, έναντι μόλις 2% το 1982.

Απώτερος στόχος της πρακτικής, η υψηλότερη αποτίμηση. Με μοναδικό τους σκοπό την ταχύτερη και όσο το δυνατόν υψηλότερη απόδοση των κεφαλαίων που έχουν επενδύσει, οι επικεφαλής των επενδυτικών τραπεζών, των hedge funds, των εταιρειών ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων και λοιπών εταιρειών του χρηματοπιστωτικού τομέα πιέζουν τις εταιρείες στις οποίες κατέχουν πλειοψηφικά πακέτα να μπουν στο χρηματιστήριο (αν δεν είναι ήδη εισηγμένες) και να επαναγοράσουν τις μετοχές τους.

Η επαναγορά μετοχών προκαλεί την άμεση άνοδο των τιμών των μετοχών τους καθώς τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη κατανέμονται πλέον σε μικρότερο αριθμό μετοχών. Οι αυξανόμενες τιμές των μετοχών μεταφέρουν έτσι τεράστια ποσά εταιρικού πλούτου στους μεγαλομετόχους επενδυτές και στα κορυφαία στελέχη της εταιρείας, τα οποία αμείβονται κυρίως με δικαιώματα προαίρεσης αγοράς μετοχών (options), σε πολύ χαμηλότερη από την τιμή τους στο χρηματιστήριο.

Για να πληρώσουν για αυτές τις επαναγορές μετοχών που ωφελούν αποκλειστικά τους μετόχους, οι εισηγμένες εταιρείες μειώνουν το κόστος, συνήθως μέσω μαζικών απολύσεων. Ολες οι μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένων των Google, Apple, Facebook και Microsoft, τιμούν αυτή την πρακτική εδώ και χρόνια, ενώ στο «σπορ» επιδίδονται και άλλες εταιρείες από τη μεταποίηση, το λιανικό εμπόριο, τον τραπεζικό τομέα, τους τομείς των φαρμάκων και των υπηρεσιών, την ενέργεια. Παγκοσμίως ισοδυναμεί πλέον με το 94% του συνόλου των μερισμάτων που διανέμουν οι επιχειρήσεις – από το 52% το 2012.

Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας σχεδόν κάθε χώρα και οικονομικός τομέας επιδόθηκαν σε επαναγορές μετοχών. Το μεγαλύτερο άλμα σημειώθηκε το 2018 και προκλήθηκε από τις αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας που αύξησαν ραγδαία τα προγράμματα επαναγοράς των μετοχών τους. Κολοσσοί του τομέα, όπως η Meta (Facebook) και η Alphabet (Google), είναι από τους μεγαλύτερους αγοραστές και δεν πληρώνουν μέρισμα. Το 2022 η παγκόσμια αξία των επαναγορών μετοχών τού εν λόγω τομέα ήταν 8 φορές μεγαλύτερη από τα μερίσματα που καταβλήθηκαν.

Ενας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ήταν η Αpple που επαναγόρασε μετοχές της αξίας 89 δισ. δολαρίων, σχεδόν το 7% του παγκόσμιου συνόλου. Από τους 10 μεγαλύτερους αγοραστές ιδίων μετοχών (υπεύθυνοι για το 25% του συνόλου παγκοσμίως) μόνο μία δεν ήταν αμερικανική εταιρεία, η ολλανδοβρετανική πετρελαϊκή Shell.

Η τάση αυτή συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό και στη διάρκεια του 2023, με τις επαναγορές μετοχών από τις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις των ΗΠΑ να αγγίζουν στο τρίτο τρίμηνο τα 185,6 δισ δολάρια, 6,1% υψηλότερα από τις αγορές του προηγούμενου τριμήνου.