Ασπρίσανε τα μάτια της να περιμένει. Τριάντα χρόνια πέρασαν, ζει με την ελπίδα αλλά και με τον φόβο. Τέτοιες ημέρες, παραμονή Χριστούγεννα, πέρασε τα σύνορα. Με το αυτοκίνητο ώς την Πόλη κι απέκια πέρα απ’ το ποτάμι.
Απέκια. Ηταν από τις πρώτες ελληνικές λέξεις που έμαθε στον καινούργιο τόπο. Της άρεσε. Κορτσούδι ήρθε πάνω σ’ αυτά τα βουνά. Αλλη λέξη αυτή, που την κράτησε σαν φυλαχτό στην τσέπη. Κορτσούδι μου, φάε, κοίταζε για πολλή ώρα τη γαβάθα με το τριμμένο ψωμί στο γάλα. Φάε να αντέξεις, έχεις πολύ δρόμο. Θυμάται με ευγνωμοσύνη τη γερόντισσα, την έβαλε στο σπίτι, παιδάκι μ’, τι γυρεύεις τέτοια ώρα έξω; Δεν ακούς τα σκυλιά που αλυχτάνε; Μια μπουκιά θα σε κάνουν.
Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε. Αυτές οι δύο λέξεις σημάδεψαν τη ζωή της. Κάθε χρονιά τέτοιες ώρες φέρνει στον νου της τη γριούλα. Τα μάτια της, βάρκες καλοσύνης. Οσο να περάσει το ποτάμι, φοβόταν τους ανθρώπους. Περπατούσε νύχτα. Ξεκόπηκε από τους άλλους, δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν. Ακουσε φωνές και αλυχτίσματα, μη φοβάσαι κορτσούδι μ’, η φωνή της γιαγιάς καλοσυνάτη, δεν άναψε το φως, αργότερα κατάλαβε γιατί.
Κάθισε στο σπίτι ώς το άλλο βράδυ που έφυγε. Με δυο αυγά βρασμένα στην τσέπη της. Και ένα χέρι ψωμί. Πάρ’ τα. Για τον δρόμο. Δεν μιλούσε τότε ελληνικά. Ολα αυτά τα χρόνια ξαναφτιάχνει τη συνάντηση μαζί της. Τέτοιες μέρες η γιαγιούλα μπαίνει στη ζωή της. Αναλογίζεται τι θα γινόταν αν δεν έμπαινε στη δική της αυλή.
Κάθεται στη βεράντα. Τα βουνά ολόγυρα πασπαλισμένα με χιόνι. Εβαλε τον Νίκο στο καροτσάκι του, αυτή την ώρα δεν μιλιέται, μη με ενοχλείς στην πρωινή μου ενημέρωση, ήταν ξεκάθαρος από τα πρώτα χρόνια. Στην αρχή διάβαζε την εφημερίδα, το λεωφορείο την άφηνε στο καφενείο. Τα τελευταία χρόνια το πρωί είναι σκυμμένος πάνω στο τάμπλετ.
Δύο ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα έφτασε στο χωριό. Συστημένη από έναν συγχωριανό. Δεν έχεις χαρτιά, στον κάμπο θα σε βρει η αστυνομία. Θα σε στείλει πίσω. Και που είπε αυτές τις λέξεις, άρχισε να τρέμει σύγκορμη. Ενα τούρτουρο βελόνιασε το κορμί της. Οχι πίσω στον πόλεμο. Στη στερημένη ζωή.
Από τότε, κάθε χρόνο, βγαίνει στη βεράντα. Να νιώσει το ρίγος και να μην ξεχνάει. Τους ανθρώπους. Αλλά και να αγναντέψει τη θάλασσα. Ο καιρός φέτος είναι καθαρός. Χωρίς ομίχλη. Σαν να φαίνεται το Ιόνιο Πέλαγος. Να ’ναι η ιδέα της; Αυτή η εικόνα τής θυμίζει τη Μαύρη Θάλασσα.
Ακουσε την είδηση. Μακάρι να γίνει. Να έχει χαρτιά. Να πάει στα Γιάννενα, ανήμερα Χριστούγεννα, για καφέ. Χωρίς να τρέμει το φυλλοκάρδι της.
