Η μετάφραση, με τη σύμπραξη πατέρα και γιου Τουρνικιώτη, αυτού του «ταπεινού», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Pallasmaa, βιβλίου (αρχική έκδοση Λονδίνο 1996) έρχεται να προστεθεί στην αντίστοιχη μετάφραση δοκιμίων του ίδιου συγγραφέα πριν από δύο χρόνια και από τον ίδιο εκδότη. Ετσι σήμερα διαθέτουμε δύο σημαντικά τεκμήρια της σκέψης ενός εξαιρετικά δραστήριου και με τεράστια απήχηση αρχιτέκτονα-διανοητή που έχει να δείξει «συναρπαστική πολυπραγμοσύνη», όπως δηλώνει ο βαθύς του γνώστης P. MacKeith.
Το βιβλίο αυτό είναι περισσότερο σύνθετο από ό,τι δηλώνει ο τίτλος στο τόσο ισορροπημένο εξώφυλλό του. Γιατί περιλαμβάνει έναν πρόλογο (St. Hall), δύο εισαγωγές (του συγγραφέα) και μια εκτενέστερη αποτίμηση του έργου του (P. MacKeith), ενώ στο τέλος προστίθεται ένα «εμπειρικό επίμετρο» (Π. Τουρνικιώτη). Οπου ακόμα και το καθαυτό κείμενο του Pallasmaa υποδιαιρείται σε δύο μέρη, γραμμένα σε απόσταση ενός έτους. Αυτή η πολυδιάσπαση, η πολιορκία του θέματος από σύντομες και εκτενέστερες εκθέσεις, επίμονες επαναλήψεις και επαναδιαπραγματεύσεις, συμπληρώσεις και διευκρινίσεις έχει μια αδιευκρίνιστη γοητεία, κάτι που θυμίζει την υπνωτική επανάληψη μιας μουσικής τελετουργίας. Εχει, ακόμα περισσότερο, τις αποδείξεις ότι όσα πιστεύει και εφαρμόζει ο Pallasmaa δεν είναι εμπνεύσεις της στιγμής αλλά βαθιά εδραιωμένες πεποιθήσεις, κερδισμένες ύστερα από πολύχρονες και επίπονες αναζητήσεις. Ο ίδιος δηλώνει πως έχει δημοσιεύσει 70 βιβλία, με θέματα «φαινομενολογικής και εμπειρικής θεώρησης των τεχνών, της αρχιτεκτονικής και του υπαρξιακού χώρου» (σ.23).
Αφού έχει καταγγείλει με πολλαπλούς τρόπους ότι «Με τον κατακλυσμό εικόνων, η αρχιτεκτονική της εποχής μας εμφανίζεται συχνά μόνο ως τέχνη του αμφιβληστροειδούς» (σ.51) και ότι «η σύγχρονη κουλτούρα παρασύρεται γενικότερα προς μια κατάσταση αποστασιοποίησης, […] και απο-ερωτικοποίησης της σχέσης του ανθρώπου με την πραγματικότητα» (σ.54), διαπιστώνει ότι πολλοί αρχιτέκτονες σήμερα «προσπαθούν να επανενεργοποιήσουν την αρχιτεκτονική των αισθήσεων» (σ.62) και αναλαμβάνει να μας πείσει για κάτι τέτοιο με βάση την «πολυ-αισθητηριακή εμπειρία» που εκλαμβάνει την αρχιτεκτονική ως «επέκταση της φύσης» (σ.67). Δεν αρκείται σ’ αυτό αλλά δηλώνει ότι «όλες οι αισθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της όρασης, μπορούν να θεωρηθούν επεκτάσεις της αίσθησης της αφής» (σ.68). Από αυτή τη διαπίστωση προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου.
Στον φαινομενολογικό λόγο του, ο Pallasmaa χρησιμοποιεί μια έντονα ποιητική γλώσσα. Παράδειγμα, όσα γράφει για την ακοή: «Οποιος έχει μαγευτεί από τον ήχο που κάνουν οι σταγόνες νερού μέσα στο σκοτάδι ενός ερειπίου μπορεί να μας βεβαιώσει για την εντυπωσιακή ικανότητα του αυτιού να σμιλεύει την ένταση του ήχου μέσα στο κενό του σκοταδιού» (σ.80). Ή εκείνο το άλλο, για τη σημασία της οσμής: «Η πιο επίμονη μνήμη ενός χώρου είναι συχνά η μυρωδιά του. […] [Α]νακαλώ με ιδιαίτερη ζωντάνια στη μνήμη τη μυρωδιά του σπιτιού που με χτυπούσε στο πρόσωπο λες και πίσω από την πόρτα υπήρχε ένας αόρατος τοίχος. […] Μια συγκεκριμένη οσμή μπορεί να μας κάνει να ξαναμπούμε εν αγνοία μας σε έναν χώρο τον οποίο έχει ξεχάσει η μνήμη του αμφιβληστροειδούς» (σ.86). Οπως και εκείνες οι τόσο παραστατικές παρομοιώσεις: «Το χερούλι της πόρτας είναι η χειραψία του κτιρίου. Η απτική αίσθηση μας συνδέει με τον χρόνο και την παράδοση: μέσω των εντυπώσεων της αφής δίνουμε το χέρι σε αμέτρητες γενεές. Ενα βότσαλο γυαλισμένο από τα κύματα είναι απολαυστικό στο χέρι, όχι μόνο εξαιτίας της λειασμένης μορφής του, αλλά επειδή εκφράζει την αργή διαδικασία του σχηματισμού του» (σ. 90).
Το βιβλίο τελειώνει με τις σκέψεις του για τον σκοπό της αρχιτεκτονικής. Εκείνο που κυρίως υπερασπίζεται, εκείνο που θεωρεί ότι «είναι αυτό που χρειάζεται περισσότερο στη ζωή», είναι η «Ακεραιότητα» – με κεφαλαίο γράμμα. Και το εξηγεί αμέσως: «Οπως συμβαίνει με τον άνθρωπο, η ακεραιότητα είναι η πιο βαθιά αρετή ενός κτιρίου» (σ.112).
Εχοντας να περάσει τέτοια μηνύματα, ο Pallasmaa δίνει αναρίθμητες διαλέξεις «συνήθως σε αμφιθέατρα γεμάτα από συνεπαρμένους φοιτητές αρχιτεκτονικής, καθηγητές και επαγγελματίες», όπως σημειώνει ο MacKieth (σ.151). Και συμπληρώνει ο Π. Τουρνικιώτης: «Η βιωματική εμπειρία της αρχιτεκτονικής είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού. […] Αυτή ακριβώς η αμφίδρομη εμπειρία δίνει στον Pallasmaa το δικαίωμα και τη χαρά να κάνει αρχιτεκτονική χωρίς να σχεδιάζει, να κάνει αρχιτεκτονική όταν γράφει» (σ.163).
