Τα φώτα στον «πρώιμο Διαφωτισμό»;
Και πώς στοιχειοθετείται η «νεωτερικότητα»; Το ιδεώδες των «Φαναριωτών» συμβιβάζει την «ευλύγιστη και συμβατική ηθική» με την απόκτηση «τεχνικών» γνώσεων που θα τους επιτρέπουν την ένταξή τους στη διοικητική «αριστοκρατία» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ετσι «μιμούνται τον γαλλικό τρόπο ζωής» και στο πεδίο των γραμμάτων τον «ηθικοπλαστικό κλασικισμό»
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ*
Στη φετινή χρονιά μού δίδεται η ευκαιρία να απευθυνθώ και πάλι στον «κουδουνοκρούστη συνεδρίων». Δηλαδή, σ’ αυτόν που κρούει τον κώδωνα του «κινδύνου» ως προς το σχεδίασμα και τη διεξαγωγή ενός συνεδρίου και ιδίως ως προς την έκδοση και κυκλοφορία των Πρακτικών του.
Ενα παράδειγμα: ο «πρώιμος Διαφωτισμός» (ακόμη κι αν αναγράφεται «Fruhaufklarung») και εκτενέστερα «Οι απαρχές της νεωτερικότητας στην Ανατολική Ευρώπη». Προς τι η μνεία του «τομέα της Φιλοσοφίας και της θεωρίας των Ιδεών», όταν η παμψηφία των εισηγητών/-τριών είναι «φιλόλογοι» που σπάνια παραπέμπουν στις «πηγές», αρκούμενοι απλώς να ονοματίζουν τους συγγραφείς τους (Καρτέσιος, Χομπς κ.λπ.); Επίσης, δεν γίνεται καμία αναφορά στην οικεία ιστοριογραφία της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψης, μολονότι έχει προηγηθεί η εισήγηση του Π. Κιτρομηλίδη για την «έννοια του πρώιμου Διαφωτισμού» ως «κατηγορίας ιστορικής ανάλυσης».
Οσο για τις «κάποιες ανταύγειες επίγνωσης των ιδεών του Ριζοσπαστικού Διαφωτισμού», πρόκειται για υπόμνηση που μάλλον έχει παραγκωνιστεί… Ενα παράδειγμα: πώς ξεκίνησε μια τέτοια συζήτηση; Ο Α.Β. Κωνσταντίνου [=Τ. Βαφειάδης] αν και στο σύντομο διάγραμμα της «φιλοσοφικής σκέψης στη νέα Ελλάδα» αρχίζει από τον 16ο αιώνα, αποφαίνεται πως αυτή «πρωτοφανερώνεται» το 1718, όταν «ο φαναριώτης ηγεμόνας στη Μολδαβία και Βλαχία Νικόλαος Μαυροκορδάτος αναφέρεται στις ιδέες του Βάκωνα και του Χομπς και στον Αριστοτέλη ορθώνει αντιμέτωπους τους νεότερους φιλοσόφους». Βέβαια προσθέτει ότι «αναπτύσσεται ιδιαίτερα από τη δεύτερη πενηνταετία του αιώνα και δώθε» (1963).
Ειδικότερα, στην περίοδο της «προτύπωσης» του διαφωτιστικού προτάγματος, σε συνδυασμό με την πρακτική του διευθυντικού στρώματος στις παρίστριες ηγεμονίες, ο Αλ. Μαυροκορδάτος συζητά «περί της αληθούς ευδαιμονίας» (1805). Ο Κοραής καταγράφει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης της «renaissance des Lettres» (1803) των συμπατριωτών του, ενώ ο πρώτος ιστορικός της γραμματολογίας τους πραγματεύεται την «ελληνική αναγέννησιν» από τον Αλ. Μαυροκορδάτο ώς τον Κοραή (Σούτσος 1828/1833). Εκτοτε παρέμεινε σε ιστοριογραφική διαθεσιμότητα το θεώρημα της «Αναγεννήσεως της Ελλάδος», για παράδειγμα από τον Α. Γούδα (1870) ή από τον Φάνη Μιχαλόπουλο (1930), δηλαδή από ήσσονος εμβέλειας ιστοριοδίφες.
Και η εποχή των «πρώτων Μαυροκορδάτων»; Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου η ανώτατη διοικητική ελίτ και οι κυριότεροι εκπαιδευτικοί ήταν ελληνικής καταγωγής, εμφανίστηκε η απόπειρα συνδιαλλαγής «αρχαίων» και «νεωτέρων», με την προσδοκία από το γεγονός αυτό να επωφεληθούν οι θιασώτες των τελευταίων. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας (Τσιρπανλής, 1980), εγκαινίασε αυτήν την πρακτική, εφόσον «εις τα ενδόμυχα τα τε παλαιάς, και νέας φιλοσοφίας χωρήσας», κατά τη διατύπωση γραμματολόγου του κύκλου του (Προκοπίου 1722).
Ο γιος του, Νικόλαος, που εξελίσσεται σε βαθύ γνώστη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, συμφωνούσε με την απόρριψη της αυθεντίας του Αριστοτέλη, όπως κυρίως είχε καθιερωθεί από τους σχολιαστές του Οργάνου (1718), χωρίς βέβαια να προβεί και στην ανατίμηση των ηθικών και πολιτικών του έργων. Ο «πρωτοφιλόσοφος» (Σκούφος 1681) θα έπρεπε να γίνει μαθητής των «νεωτέρων», αν θα μπορούσε να ξαναγεννηθεί: «εν τε τοις φυσικοίς, εν τε τοις περί τα ήθη, και τους χαρακτήρας ομολογήσαντα εαυτόν αντίκρυς ηττήσθαι άσμενον αν μαθητήν γενέσθαι τηλικούτων ανδρών» (1718). Η εκτίμηση αυτή δημοσιοποιήθηκε μόλις το 1800, με την κυκλοφορία των Φιλοθέου Παρέργων, όπου άλλωστε υπάρχει και η ένσταση για τους «Νεωτέρους»: «το οιονεί πόλεμον ανακεκηρυκότας ενίους προς την κοινήν μητέραν την φύσιν».
Οσο ζούσε πάντως ο Ν. Μαυροκορδάτος ο «γραμματικός» του Προκοπίου (1722) -γράφοντας «ίσως δι’ επιταγής» του εργοδότη του (Ζαβίρας 1805)- σημείωνε ότι ο τελευταίος υπήρξε «μιμητής εις ιδέαν λόγου των παλαιών» και συνάμα «ανιχνευτής και των νεωτέρων και επαινετής, αδεκάστω νοΐ και άνευ προλήψεως ομιλών ταις εξαιρέτοις αυτών βίβλοις». Ο παραμερισμός του εκπαιδευτικού αριστοτελισμού επιβάλλεται να μην εκληφθεί μάλλον ως αντεπίθεση του πλατωνισμού (Αγγέλου 1963), αλλά ως αποτέλεσμα της αρχικής διείσδυσης των νέων ευρωπαϊκών ιδεών στη Βαλκανική, όπως μάλιστα είχε προηγηθεί μια παρόμοια αλλά ευρείας κλίμακας διεργασία στη Δυτική Ευρώπη για την εξάρθρωση της κυριαρχίας του Αριστοτέλη που βασίλευε «more ottomanorum» (Bacon 1623’ 1620’ για τη μνεία των έργων του «σοφωτάτου Βακώνου» βλ. Μαυροκορδάτος 1718).
Ο μηχανισμός διοικητικής εξουσίας στις παρίστριες ηγεμονίες (σ’ αυτές εκτείνεται η «Ανατολική Ευρώπη» των Μαυροκορδάτων) ώς έναν βαθμό υποβοήθησε τη γνωριμία με τη σκέψη των «νεωτέρων», αλλά και επιχείρησε να θέσει σε αχρηστία τους όρους αναπαραγωγής της «σχολαστικής απεραντολογίας» (Καταρτζής 1783) με την πρόταξη του ενδιαφέροντος για την «ηθική φιλοσοφία». Προφανώς δεν πρόκειται για ριζική αναθεώρηση της ηθικής και κοινωνικής προβληματοθεσίας, αλλά για προσπάθεια συλλογής και επεξεργασίας «γνωμών» που θα προβληθεί ως «sagesse de vie».
Χωρίς την επίκληση των κανόνων της παραδοσιακής ηθικής και συναφώς της εκκλησιαστικής αυθεντίας, η διατακτική προσπέλαση του αστικού τρόπου ζωής συνοψίζεται στη διατύπωση: «η αληθινή μελέτη του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος» (Charron 1601). Η τακτική αυτή είχε ήδη παγιωθεί στον ελληνικό και ρωμαϊκό Στωικισμό, συνεχίστηκε στην εκκλησιαστική γραμματεία (Ambrosius: De officiis ministrorum) και αναζωογονείται στη Δύση κατά τη μεταμεσαιωνική και την πρώιμη νεωτερική εποχή, από τον Machiavelli ώς τους «Ηθικολόγους» και τη νομοκανονική αντίληψη των «καθηκόντων» (Pufendorf).
Και πώς στοιχειοθετείται η «νεωτερικότητα»; Το ιδεώδες των «Φαναριωτών» συμβιβάζει την «ευλύγιστη και συμβατική ηθική» με την απόκτηση «τεχνικών» γνώσεων που θα τους επιτρέπουν την ένταξή τους στη διοικητική «αριστοκρατία» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ετσι «μιμούνται τον γαλλικό τρόπο ζωής» και στο πεδίο των γραμμάτων τον «ηθικοπλαστικό κλασικισμό» (Σβορώνος 2 1976).
Τούτο συνεπάγεται και το πλαίσιο οριοθέτησης των μορφών διακινδύνευσης των Μαυροκορδάτων, από τους οποίους ο ενδιάμεσος Νικόλαος δημοσιεύει το Περί καθηκόντων (1719) κερδίζοντας -με την παρέμβαση του Λουδοβίκου 14ου ορίστηκε «αυθέντης και ηγεμών της Ουγγροβλαχίας» (Αγγέλου 1963)- και τον υπερβολικό χαρακτηρισμό του «προδρόμου της φωτισμένης δεσποτείας» (Civrea 1974). Μάλιστα κατά τη διάρκεια της τριετούς του αιχμαλωσίας από τους Γερμανούς συνέθεσε αυτό το βιβλίο «ες τε, την επ’ αρετήν επίδοσιν του Ελλήνων γένους» (Επιστολή στον Bergler· Legrand 1918). Βλ. τα βιβλία μου: Νεοελληνική φιλοσοφία (Αθήνα 1981) και Νεοελληνικός Διαφωτισμός (Αθήνα 2005) καθώς και την εργασία μου: «Ν. Mavrocordatos et Ciceron», Δωδώνη, τ. 11 (1982), 217-225.
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
