Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξεκίνησε πρώτη, την περασμένη Πέμπτη, τον προτελευταίο για φέτος γύρο αύξησης των επιτοκίων στον ανεπτυγμένο κόσμο ευελπιστώντας στη μείωση του πληθωρισμού. Η ΕΚΤ προχώρησε για δεύτερη συνεχόμενη φορά σε μεγάλη αύξηση 0,75% διαμορφώνοντας το βασικό της επιτόκιο στο 2% και το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 1,5%.
Συνολικά από τον περασμένο Ιούλιο η ΕΚΤ έχει αυξήσει τα επιτόκιά της κατά 2%, που αποτελεί την ταχύτερη άνοδό τους στην ιστορία της ευρωζώνης. Η επιθετική σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής δεν έχει φέρει πάντως μέχρι στιγμής αποτέλεσμα, καθώς ο πληθωρισμός χτύπησε τον Σεπτέμβριο νέο ρεκόρ στο 9,9%. Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε ότι «θα υπάρξουν περαιτέρω αυξήσεις στο μέλλον» και ότι αυτές «θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν σε αρκετές συναντήσεις».
Η αγορά «διάβασε» τη δήλωση αυτή ως ένδειξη ότι το βασικό κομμάτι της νομισματικής σύσφιγξης έχει πλέον υλοποιηθεί και ότι τα επιτόκια του ευρώ ενδεχομένως να μη φτάσουν τόσο ψηλά όσο προβλεπόταν. Κάποιοι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτά θα κορυφωθούν το επόμενο έτος στο 2,6% αντί του 3% που προέβλεπαν νωρίτερα.
Η Λαγκάρντ αντέκρουσε επίσης την κριτική ότι οι ταχείες αυξήσεις των επιτοκίων απειλούν την οικονομία της ευρωζώνης με ύφεση, τονίζοντας ότι η δουλειά της είναι να θέσει υπό έλεγχο τον πληθωρισμό. Αναγνώρισε πάντως ότι ο κίνδυνος οικονομικής συρρίκνωσης αυξάνεται λόγω των διογκούμενων τιμών της ενέργειας και των υψηλότερων επιτοκίων, αλλά είπε ότι εναπόκειται στις κυβερνήσεις να στηρίξουν τους πιο ευάλωτους πολίτες τους κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα χθεσινά στοιχεία από τις 3 μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης δεν ήταν και τόσο απογοητευτικά. Η γερμανική οικονομία σημείωσε ανάπτυξη 0,3% στο γ’ τρίμηνο ενώ οι αναλυτές προέβλεπαν συρρίκνωσή της κατά 0,2%. Σε ετήσια βάση η ανάπτυξη προσέγγισε το 1,1% και ήταν κατά 0,2% υψηλότερη αυτής του δ’ τριμήνου του 2019 ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα προ πανδημίας επίπεδα. Νοτιότερα, η ανάπτυξη της γαλλικής οικονομίας επιβραδύνθηκε στο ίδιο διάστημα στο 0,2% από 0,5% στο β’ τρίμηνο όπως προέβλεπαν οι αναλυτές, ενώ η ισπανική οικονομία έτρεξε με ρυθμό 0,3% έναντι 0,2% που ήταν η μέση εκτίμηση των οικονομολόγων.
Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν ότι, παρά τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση, τον υψηλό πληθωρισμό και την άνοδο του κόστους του χρήματος, η οικονομική δραστηριότητα στις τρεις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης έχει επιδείξει μέχρι στιγμής αντοχές.
Από την άλλη πλευρά, η συρρίκνωση του επιχειρηματικού κλίματος τον Οκτώβριο στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2020 δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Η ΕΚΤ περιόρισε την Πέμπτη και την επιδότηση που παρείχε ώς τώρα στις εμπορικές τράπεζες της ευρωζώνης μέσω των στοχευμένων πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTROs), αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τους και παρέχοντάς τους κίνητρο για την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων τους.
Εν τω μεταξύ, την επόμενη εβδομάδα παίρνουν τη σκυτάλη από την ΕΚΤ η Fed, η Τράπεζα της Αγγλίας και οι κεντρικές τράπεζες της Αυστραλίας και της Νορβηγίας και όπως αναμένεται θα προχωρήσουν και αυτές σε ανάλογη αύξηση των επιτοκίων τους.
