Η πεζογραφία της Μάρως Δούκα δεν έχει πάψει να αφουγκράζεται βάσανα και αδικίες του κόσμου που τελειωμό δεν έχουν. Oι αφηγήσεις της σφύζουν από ζωή και επιθυμία για κατανόηση και αποδοχή της πολυπλοκότητάς της. Από τη μακρά γενεαλογία του ανθρώπινου πόνου στο κειμενικό της σύμπαν δεσπόζουν οι περιορισμοί, η καταπίεση και η βία, φυσική ή συμβολική, σε βάρος των γυναικών.
Σχεδόν σε όλα τα μυθιστορήματά της κεντρικά πρόσωπα είναι γυναίκες που θέλουν να σπάσουν τον κλοιό της πατριαρχίας, των μικροαστικών στερεότυπων και του κοινωνικού συντηρητισμού. Ωστόσο σήμερα, στην εποχή του #MeToo και της δημοσιοποίησης των γυναικοκτονιών, τα θέματα της διαχρονικής γυναικείας εμπειρίας που θίγει στα βιβλία της η Δούκα, δίνοντας φωνή σε γυναίκες της διπλανής πόρτας, ανακτούν νέα επικαιρότητα.
Στο τελευταίο της μυθιστόρημα, Να είχα, λέει, μια τρομπέτα, σε προφανέστατη αυτοβιογραφική βάση αλλά χωρίς πρόθεση αυθιστόρησης, παρακολουθούμε τον «διάλογο» και τις εξομολογήσεις της εγγονής Κάκιας με τις τρεις αγαπημένες, πεθαμένες γιαγιάδες της: τη Σελινιώτισσα αγράμματη Αφροδίτη (από τη μητέρα της), τη Σφακιανή Εργινιά (από τον πατέρα) και την αστή, Ζακυνθινή Φιλαρέτη (εξ αγχιστείας «γιαγιά» από την πλευρά του συζύγου). Η εγγονή και κεντρική αφηγήτρια από ένα παγκάκι-ορμητήριο, αστικό σύμβολο φιλοξενίας άστεγων, απόκληρων, μεταναστών, πονεμένων και αναγκεμένων, ατενίζει όλο τον κόσμο.
Θάνατοι, αρρώστιες, φονικά, προδοσίες, διαψεύσεις, ονειροπολήματα, εφιάλτες, παράπονα, παραμιλητά, ακυρωμένες προσδοκίες, ναυαγισμένα όνειρα, παρεξηγήσεις, κακοτυχίες κι αναποδιές συγκροτούν έναν κόσμο που ακόμα και οι χαρές για τη γυναίκα είναι επώδυνες. Παρ’ όλα αυτά, η Δούκα ευτυχώς δεν αφηγείται τη γυναικεία ιστορία μοιρολατρικά, μελοδραματικά ή προγραμματικά, αλλά γλυκόπικρα και σαρκαστικά, κάνοντας τη φρίκη να ακούγεται γλυκύτερα και παρηγορητικά, επιβεβαιώνοντας ότι ο ριζοσπαστικός κοινωνικός λόγος στην πεζογραφία δεν έχει σχέση με τον γνωστό από την πολιτική καταγγελτισμό.
Τα μυθοπλαστικά και αφηγηματικά τεχνάσματα που μεταχειρίζεται η Δούκα προκειμένου να συναιρέσει χρονικότητες και να προσδέσει την αφήγηση στο παρόν (εναλλαγή πρωτοπρόσωπων και τριτοπρόσωπων αφηγήσεων, ελεύθερος πλάγιος λόγος, αυτοσχόλια, «αγέννητη» εγγονή, μίξη μνήμης-ονείρου, «πλατωνική» σκηνοθεσία διαλόγου σε αθηναϊκά παγκάκια), παρότι τραχύνουν σε κάποια σημεία τη ροή της αφήγησης δυσχεραίνοντας την αναγνωστική απόλαυση, είναι απολύτως νόμιμα και συμβατά με τις μοντερνιστικές εμμονές της Δούκα. Ενδιάμεσα η Κάκια (προσωπείο της συγγραφέως;) ζυγίζει τον δικό της εαυτό ανάμεσα στις γιαγιάδες και αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τη δική της διαδρομή ως έμμεσο αναστοχασμό της συγγραφικής της διαμόρφωσης (ιδίως στα κεφ. 6, 13, 15). Η Κάκια μετεωρίζεται ανάμεσα στην παρατήρηση και τη γραφή∙ πότε ακούει και πότε γράφει, ακολουθώντας τη συμβουλή τής εξ αγχιστείας γιαγιάς: «Πότε να γίνεσαι παγκάκι, με συμβούλευε, πότε να γίνεσαι διήγημα σοφό. Παγκάκι για να περιθάλπεις σώματα πεινασμένα, βιασμένα. Διήγημα σοφό για να μην πέφτεις ποτέ από τα σύννεφα».
Η ικανότητα της Δούκα να διαπλάθει ζωηρούς χαρακτήρες, ιδίως γυναικείους, είναι αναμφισβήτητη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος Ελληνας συγγραφέας που μπορεί να κατευθύνει με τόση ενάργεια την ανάπτυξη των μυθιστορημάτων μέσω σύνθετων και ζωντανών χαρακτήρων, αποτυπώνοντας συνειδησιακές καταστάσεις και υποκειμενικές ματιές. Η Δούκα δεν είναι απλώς μια συγγραφέας με κοινωνική συνείδηση, αλλά φανερά κινείται μέσα στον κόσμο, τον ακούει και τον ανατέμνει μέσα από την ανθρώπινη προοπτική παλλόμενων συνειδήσεων. Ωστόσο, σ’ ένα μυθιστόρημα ουσιαστικά χωρίς πλοκή, που αναπτύσσεται με άξονα τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, η πληθώρα επιμέρους οικογενειακών ιστοριών, μάλλον κοινότοπων, αναπόφευκτα μπορεί να κουράσει, ειδικά όταν ο αναγνώστης αισθανθεί ότι κάποιες δεν προσφέρουν κάτι καινούργιο. Στις περισσότερες στιγμές πάντως η ευλύγιστη, νευρώδης και χειμαρρώδης γραφή της Δούκα, με χάρη, ταμπεραμέντο και ενσυναίσθηση, συμπαρασύρει τον αναγνώστη.
Σε κάθε περίπτωση, το μυθιστόρημα μπορεί να συγκριθεί με τα θεματικά συγγενή έργα του Σωτήρη Δημητρίου (Ουρανός απ’ άλλους τόπους) και της Ρέας Γαλανάκη (Εμμανουήλ και Αικατερίνη), όπου επίσης πηγή και πυρήνας της αφήγησης είναι πραγματικά οικογενειακά πρόσωπα. Πιο μονοφωνικός και γλωσσικά ιδιωματικός ο Δημητρίου, σχεδόν χρονογραφική και προσανατολισμένη στη σύνδεση των προσώπων με την Ιστορία η Γαλανάκη, πιο μοντερνιστικά συνεπής και πολιτικά αιχμηρή η Δούκα. Αν η στροφή στο οικογενειακό παρελθόν και τα παιδικά χρόνια θεωρείται σύμπτωμα της δυσφορίας για το παρόν και πολιτικής αμηχανίας των συγγραφέων, το μυθιστόρημα της Δούκα, αντιθέτως, κατορθώνει να μιλήσει εμμέσως πολιτικά για το παρόν.
Εκτός από τη θέση της γυναίκας, από την ευαίσθητη και τρυφερή ματιά της συγγραφέως δεν διαφεύγει ο σχολιασμός, με κριτική και ειρωνική διάθεση, θεμάτων όπως: ο τραχύς κόσμος της ορεινής Κρήτης με τη φυσική ομορφιά αλλά και τα άγρια έθιμα, ο καταναγκασμός και η σχετικότητα των οικογενειακών και συγγενικών δεσμών αίματος, η γεροντική εμπειρία και η τρίτη ηλικία, οι μετανάστες, τα προσφυγόπουλα, οι αδύναμοι και οι αδικημένοι του κόσμου. Από μια άλλη οπτική, το μυθιστόρημα μπορεί να ιδωθεί και ως σχόλιο στην ανυπόφορα κομφορμιστική και στερεοτυπική ροζ, «γυναικεία» παραλογοτεχνία. Σίγουρα, μια πολλαπλά παρεμβατική συγγραφική στιγμή της Δούκα.
