ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο θάνατος δεν είναι ένας. Είναι πολλοί. Είναι όσοι και οι άνθρωποι. Είναι στρατιά. Είναι ένα σώμα επιφορτισμένο με ένα έργο που κανείς άλλος ίσως δεν θα ήθελε να αναλάβει. Ο καθένας εκπαιδεύεται στο είδος του διά μέσου μαθημάτων, σεμιναρίων, εργαστηρίων και σαφώς επίμονης παρατήρησης. Αλλοι ωστόσο δεν εκπαιδεύονται καθόλου. Εμφανίζονται. Συμβαίνουν. Συντελούνται. Ξεδιπλώνονται. Δηλώνουν δωρικά παρόντες. Μερικοί ούτε λέξη», διαβάζουμε στην «Εισαγωγή» του πρώτου πεζογραφικού βιβλίου του Κυριάκου Χαρίτου, τη Μικρή εγκυκλοπαίδεια του θανάτου. Στις σελίδες αυτής της πρωτότυπης εγκυκλοπαίδειας θα βρει ο αναγνώστης τριάντα εννέα κεφάλαια-λήμματα με τίτλους όπως «Θάνατος από Ομορφιά», «Θάνατος Αστοχίας», «Θάνατος της Ντροπής», «Θάνατος από Πλήξη», «Θάνατος από Ερωτα» κ.ά. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα επιστημονικοφανή, που άλλοτε γέρνει προς την ειρωνεία και το χιούμορ κι άλλοτε προς την ποίηση, μας παραδίδει μια πολύ ενδιαφέρουσα κι ελκυστική «κατασκευή», που θα μπορούσε κανείς να την παρομοιάσει με ευφάνταστο χάρτινο άνθος όπου σε κάθε πέταλο είναι γραμμένη και μια εκδοχή της απώλειας, ένας λόγος που θα ωθήσει το πέταλο αυτό στην αναπόφευκτη πτώση του.

Τα προσωπεία του θανάτου

Ωστόσο, η στρατιά των τριάντα εννέα θανάτων δεν παρελαύνει εδώ μόνο ως ένα ξεδίπλωμα των τρόπων και των αιτιών που επιλέγει το Τέλος να μας χτυπήσει την πόρτα. Σε πολλά κεφάλαια ο θάνατος εμφανίζεται στη σκηνή πλήρως σωματοποιημένος, σε μια πληθώρα ρόλων στο θέατρο της ζωής, κάτι που γίνεται εμφανές στα κεφάλαια «Θάνατος ο Μουλωχτός», «Θάνατος ο Μέγας Ξηλωτής», «Θάνατος Γελωτοποιός», «Θάνατος ο Ξεσηκωτής», «Θάνατος ο Μέγας Φωτιστής» κ.α. Πρόκειται για ένα βιβλίο αφηγηματικής ευφορίας και λεπτής συγκίνησης, που προκύπτουν από τους αλλεπάλληλους κυματισμούς μιας γλώσσας πλούσιας, ευέλικτης, παιγνιώδους, στην υπηρεσία μιας μελαγχολικής ευαισθησίας, που κρύβεται κάτω απ’ τον αφρό των λέξεων και την οποία ο αναγνώστης νιώθει και διαβλέπει χωρίς να τον τραβάει στον βυθό.

Κι ενώ ο Χαρίτος διαπλέει σκοτεινά νερά, εστιάζοντας στους πολύχρωμους ιριδισμούς ενός ήλιου που δύει, ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιάννης Καρκανέβατος βουτάει σε εξίσου σκοτεινά νερά –αυτά του εμφυλίου πολέμου– φορώντας τη μάσκα μιας κάμερας.

Τα προσωπεία του θανάτου

Εχοντας ο ίδιος σπουδάσει σκηνοθεσία, τοποθετεί τον αφηγητή του, επίσης επίδοξο σκηνοθέτη, πίσω από μια βιντεοκάμερα για να καταγράψει τις μαρτυρίες του πατέρα και του θείου του, δύο αδελφών που τους χώρισε ο Εμφύλιος. Ο ένας φυγαδεύτηκε τραυματίας σε χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, ενώ ο άλλος έμεινε στην πατρίδα. Εζησαν χώρια τριάντα χρόνια. Την καταγεγραμμένη αυτή εξομολόγηση παρακολουθεί ο αναγνώστης με τη μορφή απομαγνητοφωνημένης συνέντευξης σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια, τα οποία τοποθετούνται στην πλοκή εναλλάξ με κεφάλαια όπου ο αφηγητής μας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή του.

Η εναλλαγή παρόν – παρελθόν, πρωτοπρόσωπη αφήγηση-μαρτυρία χαρίζει έναν περίτεχνο χαρακτήρα στη δομή του βιβλίου και δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «μυθιστόρημα», έστω κι αν το ευσύνοπτο μέγεθος θα ταίριαζε καλύτερα σε νουβέλα.

Ωστόσο η κατάταξη στο γραμματειακό είδος του μυθιστορήματος ή της νουβέλας μικρό ενδιαφέρον παρουσιάζει κατά τη γνώμη μου, ιδιαιτέρως όταν το περιεχόμενο σε κερδίζει με την ειλικρίνεια, την καθαρή ματιά και την ανθρωπιά του.

Στα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος η μη βεβιασμένη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, η μερική αυτονομία των κεφαλαίων που μπορούν να διαβαστούν κι ως σύντομα διηγήματα, ο σεβασμός προς τις καταγεγραμμένες εδώ μαρτυρίες χωρίς οποιαδήποτε διδακτική διάθεση ή συναισθηματική χειραγώγηση του αναγνώστη, ο οποίος οδηγείται στη συγκίνηση με βήματα απαλά και προσεκτικά, καθώς το έδαφος του θέματος είναι ολισθηρό και γεμάτο παγίδες για όσους το περιδιαβαίνουν χωρίς συναίσθηση των κινδύνων.

Ο Καρκανέβατος, με λιτό αλλά όχι απλοϊκό τρόπο, με αίσθημα αλλά χωρίς αισθηματολογία, αποφεύγει τον μεγαλύτερο των κινδύνων, δηλαδή να γράψει ένα ακόμη μυθιστόρημα για τον Εμφύλιο.

Η προσωπική οπτική γωνία και η απόσταση που του χαρίζει η κάμερα τον προφυλάσσουν αποτελεσματικά και αναβαπτίζουν τις προγονικές μνήμες στα δροσερά νερά της συναισθηματικής ωρίμανσης του αφηγητή.

Οπως και στο βιβλίο του Χαρίτου –αν και με ολότελα διαφορετικό τρόπο– ο θάνατος είναι κι εδώ πανταχού παρών και αναμετριέται με τη ζωή, όπως υποδηλώνει το υπαινικτικό και άκρως κινηματογραφικό τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Το τυφλό ελάφι».