Καθιερωμένοι πλέον στο διεθνές στερέωμα, φέτος παρουσίασαν στο Kunstenfestivaldesarts των Βρυξελλών και στο Φεστιβάλ της Αβινιόν τη νέα τους δουλειά, «Μια εσωτερική εικόνα». Ο πυρήνας των El Conde de Torrefiel είναι η Τάνια Μπεϊελέρ και ο Πάμπλο Γκισμπέρτ, ζευγάρι τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Το όνομα της ομάδας το έδωσε ο δρόμος όπου βρισκόταν το πρώτο τους σπίτι. Πάντοτε με ερευνητική διάθεση, εγκαθιστούν στη σκηνή κινούμενες εικόνες, ενώ το κείμενο προβάλλεται σε υπέρτιτλους. Η Τάνια, φίλη πια έπειτα από τόσες επισκέψεις στην Αθήνα, μας μίλησε για τις αναζητήσεις και τις αγωνίες τους.
● Ο τρόπος που δουλεύετε μοιάζει να έχει μια σταθερότητα. Στο «Guerrilla» το κείμενο ήταν έτοιμο και προβαλλόταν σε υπέρτιτλους, κι εσείς ήρθατε και στήσατε την παράσταση σε λίγες μέρες με ηθοποιούς και ερασιτέχνες. Ετσι δουλεύετε πάντα;
Οχι, κάθε πρότζεκτ έχει τον δικό του τρόπο λειτουργίας. Φυσικά, όλα είναι δημιουργίες. Εμείς κάνουμε τα πάντα: το κείμενο, τις πρόβες με τους ηθοποιούς ή τους ερασιτέχνες, τη μουσική, τη δραματουργία με τον ήχο, τη δουλειά επί σκηνής. Κατ’ αυτή την έννοια, είναι πάντα το ίδιο. Δημιουργία εκ του μηδενός. Δεν παίρνουμε έτοιμα κείμενα ή από άλλους. Δεν παίρνουμε έτοιμες μουσικές, τις δημιουργούμε σιγά σιγά, κομμάτι κομμάτι. Συνήθως έχουμε ένα σημείο εκκίνησης και δουλεύουμε ερευνητικά. Ετσι κάναμε και στο «Guerrilla». Στο τέλος αυτής της διαδικασίας, προσπαθούμε να παρουσιάσουμε την παράσταση στην «αγορά» της, δηλαδή στα φεστιβάλ στα οποία απευθυνόμαστε. Πάντα σε φεστιβάλ σύγχρονου θεάτρου παίζουμε, αλλά πίσω από κάθε έργο υπάρχει πάντοτε μια επιθυμία για έρευνα, η οποία αρθρώνεται με διαφορετικά εργαλεία. Συνήθως πρόκειται για μικρές μελέτες τις οποίες παρουσιάζουμε σε διαφορετικά πλαίσια – λιγότερο μεγάλα από αυτό. Αλλά κάθε έργο έχει τη δική του διαδικασία. Για παράδειγμα, στο «Guerrilla» το σημείο εκκίνησης ήταν: πολλοί άνθρωποι επί σκηνής. Πώς δουλεύουμε πάνω σε αυτό; Για το «La Plaza», η αρχική ιδέα ήταν ένα ύφασμα που καλύπτει ολόκληρο το σώμα. Από αυτό ξεκινήσαμε και δημιουργήσαμε το έργο. Ιδού το πρόβλημα με το «Μια εσωτερική εικόνα». Το σημείο εκκίνησης δεν ήταν κάτι υλικό ή σωματικό, ήταν μια ιδέα, μια σύλληψη: η υπερ-φαντασία. Είναι μια σύλληψη που εφεύραμε έτσι ώστε να ονομάσουμε μια αίσθηση που είχαμε, ότι η φαντασία μάς καταλαμβάνει. Υπάρχει μια παράξενη, προβληματική σχέση των εαυτών μας ως πολιτών, των κανονικών προσώπων που είμαστε, με την πραγματικότητα. Από αυτό δημιουργήσαμε την ιδέα της υπερ-φαντασίας και αρχίσαμε να ερευνούμε αυτή τη σύλληψη. Δεν ξέρω αν καταλήξαμε σε μια αληθινή λύση. Οχι από θεωρητικής πλευράς, αλλά από ποιητικής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα: Σκιές και φως.
● Σε κάθε ένα από τα έργα σας, υπάρχει μια φράση που μένει ανεξίτηλα στο μυαλό μου, σαν αλήθεια εξ αποκαλύψεως. Στο «Guerrilla»: Οταν σε μια ιστορική περίοδο η τέχνη αρχίζει και μαλακίζεται, αυτό συνήθως είναι προμήνυμα πως πρόκειται να χυθεί πολύ αίμα. Στο «La Plaza»: Το επόμενο Ολοκαύτωμα θα συντελεστεί εναντίον των μουσουλμάνων. Για το «Μια εσωτερική εικόνα», προς το παρόν –γιατί μόλις το είδα– είναι: Οταν είσαι βιαστικός, είναι αδύνατον να σκεφτείς τον θάνατο. Το τελικό σας κείμενο είναι πάντοτε πολύ συμπυκνωμένο. Πώς καταλήγετε σε αυτό;
Για να είμαι ειλικρινής, στην περίπτωση του τελευταίου έργου, ήταν πολύ δύσκολο. Δουλέψαμε υπερβολικά πάνω στο θέμα, στη σύλληψή του. Δεν ήταν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Οι φράσεις που δημιουργήσαμε, που βρήκαμε, που γράψαμε, που είπαμε, ήταν τόσο πολλές, που ήταν εξαιρετικά περίπλοκο να τις βάλουμε σε τάξη. Στην πραγματικότητα αυτό που είδατε σήμερα είναι η δεύτερη εκδοχή του κειμένου. Δεν ήταν το ίδιο στην πρεμιέρα. Το κείμενο της πρεμιέρας εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο τωρινό, όμως χρειάστηκε να το ξαναγράψουμε. Η πρώτη εκδοχή ήταν υπερβολικά ωμή. Δεν συνδεόταν τόσο με την εικόνα, δεν συνέπιπταν. Λειτουργούσαν υπερβολικά ανεξάρτητα. Ηταν πολύ δύσκολο να βρεις την ποίηση μέσα τους. Επειτα από δέκα μέρες ανάπαυλας, δουλέψαμε για να επαναπροσδιορίσουμε το κείμενο σε σχέση με όσα συμβαίνουν επί σκηνής, με την κίνηση, τη χορογραφία, να βρούμε τη σχέση και να τα κάνουμε ένα. Πάντοτε δουλεύουμε το κείμενο χωριστά από τη δράση. Και μάλιστα το κείμενο πάντα έρχεται στο τέλος, έτσι ώστε να μην περιορίσει την κίνηση. Δουλεύουμε την κίνηση και τις εικόνες ελεύθερα, χωρίς τα όρια της λογικής τα οποία θέτει το κείμενο. Πρώτα η κίνηση, μετά γράφουμε το κείμενο και ψάχνουμε για τον γάμο μεταξύ τους, τον τρόπο που θα συναντηθούν και θα τρέφονται το ένα από το άλλο. Και κυρίως, το πώς θα ερεθίσουν τη φαντασία εκείνου που βλέπει. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι τα έργα μας είναι ένα είδος sex toys για το μυαλό, ότι το ερεθίζουν πολύ. Εδώ το κείμενο ήταν λιγάκι σαν πέτρα, δύσκολο να του δώσεις σχήμα και υπόσταση στη σκηνή. Οι εικόνες που δημιουργήσαμε, αυτές που είδες, είναι πολύ επιφανειακές, πολύ φευγαλέες, πολύ μινιμαλιστικές. Και το κείμενο προσπαθεί να τις τροφοδοτήσει λίγο, πότε περισσότερο, πότε λιγότερο, γιατί για πρώτη φορά υπάρχει και το πρώτο ενικό πρόσωπο, το «Εγώ», κάτι που δεν είχαμε χρησιμοποιήσει ποτέ. Είναι ζόρικο, αλλά είναι αδύνατον να μιλήσεις για την πρόσληψη της πραγματικότητας χωρίς αυτό. Γιατί είναι πολύ υποκειμενική. Πιστεύω λοιπόν πως η πρόκληση είναι το κοινό να μπορέσει να υιοθετήσει αυτό το «Εγώ», να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο κείμενο.
● Ηταν όμως και αναπόφευκτο. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο προσωπικό από ένα όνειρο. Στο παρελθόν είχατε εικόνες που ήταν ίσως μεταφορικές, ίσως εκδοχές της αλήθειας. Ονειρο όμως πρώτη φορά.
Δεν θέλαμε να το χρησιμοποιήσουμε αυτό το εργαλείο. Ομως τελικά, ύστερα από πολύ ψάξιμο, ήταν το μοναδικό που δραματουργικά μπορούσε να συμπεριλάβει την εννοιολογική μας πρόταση για τη φαντασία, τα όνειρα και τη σχέση τους με την πραγματικότητα – την υπερ-οργανωμένη μας πραγματικότητα. Υπήρχε κάτι που μου άρεσε πολύ στην ιδέα πως η πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα του αθροίσματος μεταξύ ονείρων και φαντασίας. Ονειρεύεσαι κάτι και μετά θέλεις να το κάνεις πραγματικότητα. Αυτό είναι ταυτόχρονα προβληματικό, αλλά και αναπόφευκτο. Εχει μια έλλειψη πολιτικής διάστασης. Για μένα είναι σημαντικό αυτή τη στιγμή να αποφύγω να βρίσκεται η πολιτική σε πρώτο πλάνο και ο καθένας να μας συνδέει με αυτή. Θέλαμε να το διατηρήσουμε ανοιχτό, οικουμενικό, για όλους. Ολοι ονειρεύονται κι όλοι φαντάζονται.
● Η ιστορία για τον προϊστορικό πίνακα είναι αληθινή ή φανταστική;
Αυτή την εφεύραμε. Η κεντρική ιδέα του έργου είναι πως όλα είναι κατασκευασμένα, πλαστικά. Πρέπει λοιπόν να παίξουμε στο θέατρο πως αυτός είναι ένας προϊστορικός πίνακας. Το να μιλάμε στο θέατρο για πραγματικότητα και φαντασία είναι περίπλοκο, γιατί το θέατρο είναι το σπίτι της φαντασίας. Γι’ αυτό και στην αρχή παίζουμε με τους κανόνες και τις συμβάσεις του θεάτρου.
● Συνεργάζεστε με διεθνή φεστιβάλ σύγχρονου θεάτρου. Αυτό είναι απλό ή δύσκολο; Σας δίνουν την ελευθερία να κάνετε αυτό που θέλετε ή νιώθετε πως έχουν στο μυαλό τους μια κατεύθυνση προς την οποία θέλουν να πάτε;
Είναι περίπλοκες ερωτήσεις αυτές.
● Είναι όμως και ευλογία να έχεις να κάνεις με φεστιβάλ.
Φυσικά, άλλωστε κυρίως εκεί θα παρουσιάσουμε αυτή την παράσταση. Εχουμε πολλούς συμπαραγωγούς, δεν μπορούμε να έχουμε παράπονο. Είναι πολύ καλό. Δεν ξέρω τι να πω. Νομίζω πως γενικά το θέατρο πρέπει να αντιμετωπίσει μια μετάβαση. Πρέπει να αντιμετωπίσει σοβαρά τον 21ο αιώνα, όπως και ολόκληρη η κοινωνία και η ανθρωπότητα. Εχουμε ακόμη τη μυρωδιά του 20ού αιώνα, κι αυτό είναι προβληματικό. Εχουμε μια αλλαγή εποχής, και το θέατρο πρέπει να βρει τρόπο να προσαρμοστεί στην ιστορική στιγμή που ανήκει. Κι αυτό ισχύει και για τα φεστιβάλ, για τις δομές, για όλα. Νομίζω πως όλοι, καλλιτέχνες και διοργανωτές, προσπαθούμε να βρούμε απαντήσεις στο ερώτημα: Τι είναι το θέατρο σήμερα και τι μπορεί να δώσει στο κοινό; Δεν ξέρω. Βρισκόμαστε σε μια πολύ περίπλοκη στιγμή της Ιστορίας. Κανείς δεν ξέρει ποια είναι η σωστή κατεύθυνση. Είναι μια έντονη περίοδος και το θέατρο πειραματίζεται με αυτήν. Αυτό που ξέρω είναι πως η ψηφιακή αγορά είναι μια πρόκληση για το θέατρο, όπως υπήρξε το σινεμά στις αρχές του 20ού αιώνα, και πρέπει να βρει μια λύση.
● Αυτό το σημείο καμπής στο οποίο βρισκόμαστε, είναι και αποτέλεσμα της περιόδου του COVID;
Θα μπορούσε να είναι. Δεν ξέρω αν αυτή είναι η προέλευση, αλλά φυσικά λειτούργησε σαν τραμπολίνο για να το επιταχύνει. Ο COVID απλώς εκτόξευσε κάτι που ήταν ήδη εκεί. Και φυσικά, η ζωή και το θέατρο είναι εξαιρετικά συνδεδεμένα. Το ένα ανήκει στο άλλο. Το θέατρο, η αναπαράσταση, είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Πρέπει τώρα το θέατρο να βρει πώς θα ανανεώσει τη γλώσσα του. Διαφορετικά θα αναπαριστούμε τους εαυτούς μας σε οθόνες.
● Από την πρώτη φορά που βρεθήκαμε στο «Guerrilla» ώς σήμερα, δουλεύετε πάντα με τον Πάμπλο. Είναι εύκολο ή δύσκολο να μοιράζεται κανείς με τον ίδιο άνθρωπο την προσωπική και την καλλιτεχνική του ζωή;
Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Η δουλειά μας είναι να αμφισβητούμε διαρκώς όσα έχουμε κάνει ώς τώρα. Βάζουμε λοιπόν διαρκώς τους εαυτούς μας σε κρίση. Και ως ζευγάρι είμαστε διαρκώς σε κρίση. Ταυτόχρονα όμως, αυτό μας δίνει πολλή ζωή, γιατί συνέχεια αναρωτιόμαστε και δίνουμε απαντήσεις, εξελισσόμαστε και αλλάζουμε. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Η στιγμή που απλά θα προσαρμοστούμε, στο θέατρο αλλά και στη ζωή, πιθανότατα θα είναι το τέλος.
* Δημοσιογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής
