Η συμμόρφωση, ένα από τα διαχρονικά και μάλλον το πιο ενδιαφέρον αντικείμενο της κοινωνικής ψυχολογίας, αφορά την προσαρμογή της γνώμης και της συμπεριφοράς ενός ατόμου ή μιας υποομάδας στη γνώμη και τη συμπεριφορά της πλειοψηφίας ή του τμήματος της ομάδας που είναι κυρίαρχο. Το κλασικό πείραμα του Asch (1952) δείχνει την έκταση που μπορεί να πάρει η συμμόρφωση στην πλειοψηφία και η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι την υιοθέτηση απόλυτα λανθασμένων απαντήσεων σ’ ένα υπόδειγμα αντικειμενικού αντιληπτικού ερεθίσματος, μόνο και μόνο επειδή η πλειοψηφία εκφράζει τη συγκεκριμένη θέση. Η συμμόρφωση καλύπτει και την περίπτωση της υποταγής στο κοινωνικό υποκείμενο, το οποίο περιβάλλεται με κύρος και ενσαρκώνει την εξουσία.
Αυτό δείχνει με τον πλέον δραματικό τρόπο το περίφημο πείραμα του Milgram (1974), στο οποίο οι πειραματικοί συμμετέχοντες δεν διστάζουν να διοχετεύσουν ηλεκτροσόκ στο σώμα ενός πειραματικού συνεργού, μόνο και μόνο επειδή είχαν λάβει τη σχετική εντολή από κάποιον, ο οποίος παρουσιάζεται σαν επιστημονική αυθεντία. Οι Deutsch και Gerard (1955) διακρίνουν τον τύπο της παραγόμενης επιρροής συμμόρφωσης, ανάλογα με το είδος της εξάρτησης αυτού που την υφίσταται από αυτόν που την απαιτεί. Η «κανονιστική επιρροή» βασίζεται στην κατοχή εξουσίας από την πηγή και στη σύστοιχη ικανότητά της να ελέγξει τη συμπεριφορά του υποκειμένου, ενώ η «πληροφοριακή επιρροή» οφείλεται στην ανισομέρεια της κατεχόμενης γνώσης, η οποία οδηγεί το υποκείμενο να δεχτεί ως «απόδειξη αλήθειας» κάθε πληροφορία από μέρους της πηγής.
Επίσης, ο Kelman (1958) διακρίνει τρία είδη κοινωνικής συμμόρφωσης, ανάλογα με τον τύπο της σχέσης που υπάρχει μεταξύ πηγής και στόχου. Ενδοτικότητα: δημόσια αποδοχή των θέσεων της πηγής ως αποτέλεσμα της εξουσίας της πάνω στο υποκείμενο και της δυνατότητας που έχει από την πλευρά της να ρυθμίζει το σύστημα κυρώσεων και ανταμοιβών. Ταύτιση: βασίζεται στην επιθυμία διατήρησης θετικής σχέσης με την πηγή επιρροής και στην έλξη που αυτή ασκεί στο υποκείμενο. Τέλος, η εσωτερίκευση εκφράζει την πλέον ουσιαστική και μόνιμη συμμόρφωση. Το υποκείμενο αποδέχεται το περιεχόμενο των θέσεων της πηγής λόγω της αξιοπιστίας της. Η αποδοχή είναι μόνιμη και διατηρείται χρονικά, καθώς το υποκείμενο, εκτιμώντας τη χρησιμότητά τους, τις ενσωματώνει στο δικό του σύστημα αξιών.
Η εξάρτηση αποτελεί τον κύριο μηχανισμό άσκησης επιρροής. Η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής, εκδηλούμενη υπό διάφορες μορφές, καθώς και η μέριμνα για αποφυγή κυρώσεων, είναι αυτή που οδηγεί τα άτομα στο να εξαρτώνται από την πλειοψηφία ή από άτομα και υποομάδες που ενσαρκώνουν την εξουσία.
Μέσω της συμμόρφωσης διασφαλίζεται και διαφυλάσσεται η καθεστηκυία τάξη. Πολλάκις βαφτίζεται «συναίνεση», ιδίως στις περιπτώσεις που ο φορέας της εκδηλώνει τη λεγομένη «ελεύθερα παρεχόμενη υποταγή», κατά Joule & Beauvois, εκεί δηλαδή όπου το υποκείμενο πείθει εαυτόν πως επέλεξε ελεύθερα την ευθυγράμμιση της σκέψης και της συμπεριφοράς του με την επιθυμία του ιεραρχικά ανώτερου. Στις κλασικές μελέτες πειθούς αλλά και στην απλολαϊκή σκέψη, ο υφιστάμενος τη συμμόρφωση διαθέτει κάθε άλλο παρά θετικό ψυχολογικό προφίλ: του αποδίδονται ετερονομία και παθητικότητα.
Και εδώ συναντά κανείς μια από τις πιο όμορφες αντιφάσεις της κοινωνικής σκέψης, που έχει εντοπίσει εδώ και πάνω από εκατό χρόνια η κοινωνιοψυχολογική θεωρία: ενώ η συμμόρφωση θεωρείται καλό πράγμα, ο φορέας της δεν εκτιμάται, αν δεν χλευάζεται κιόλας (ενίοτε φανερά, ενίοτε κρυφά). Κάτι σαν την προδοσία και τον προδότη ένα πράγμα, η πρώτη αγαπήθηκε κάποιες φορές, ο δεύτερος ποτέ.
Ολα αυτά τα συναντά κανείς ως μοτίβα της μικρής καθημερινής μας ζωής, σε διαπροσωπικές άτυπες σχέσεις, σε σχέσεις τυπικής ιεραρχίας των χώρων εργασίας, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ κρατών και ολόκληρων πολιτισμικών χώρων. Μπορεί κάτι να του θυμίζουν σε συμπεριφορές πρωθυπουργών, πρυτάνεων, δημοσιογράφων, διανοουμένων, στρατιωτικών, γιατρών και άλλων λιγότερο ή περισσότερο συμπαθών εκπροσώπων διαφόρων ρόλων και κοινωνικών κατηγοριών, ακόμα και στην ίδια του τη συμπεριφορά, κάθε φορά που αναγκάζεται να εκλογικεύσει την ενδοτικότητα που επέδειξε, να διαχειριστεί επιζήμιες ταυτίσεις ή να αντεπεξέλθει στην (αυτο)υποτιμητική εικόνα, που του αντιγύρισε το δημόσιο βλέμμα, όποτε έπαιξε επιτυχώς τον ρόλο του χρήσιμου ηλίθιου, του σιωπηλά πειθήνιου ή του βασιλικότερου του βασιλέως.
Ανάμεσα στο χιμαιρικό ιδεώδες του ατομικού πλήρους αυτοπροσδιορισμού και στις αδυσώπητες πραγματικότητες της συμμόρφωσης, μάλλον βρίσκεται ο χώρος της εν δυνάμει αξιοπρέπειας. Ας μην το ξεχνάμε, όποτε αποφασίζουμε να ξαναδιαβάσουμε ουσιαστικά την ιστορία μας ως ατομικά ή συλλογικά υποκείμενα.
* καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας Τμήματος Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
