«Ο ποιητής έχει ένα μόνο θέμα το ζωντανό σώμα του», έγραψε ο Σεφέρης. Διαπίστωση που περιγράφει και την πρώτη ποιητική συλλογή της ψυχαναλύτριας και πεζογράφου Μαριαλένας Σπυροπούλου. Η συγγραφέας έπειτα από δύο πεζογραφήματα στρέφεται στην ποίηση. Στην «Κόρη χωρίς πλάτη», βιβλίο με ωραίους αρμούς, η Σπυροπούλου συμφιλιώνεται με την απώλεια υπογραμμίζοντας το δηλωτικό «χωρίς» του τίτλου.

Τριάντα πέντε ποιήματα που ανατέμνουν το γυναικείο βίωμα, εκφράζοντάς το με λέξεις που μαρτυρούν διαφορά, άρνηση κι απουσία. Το επίθετο «περιττή», το ρήμα «λείπω», η συχνότατη χρήση τού «δεν» αλλά και το σχήμα «ούτε/ούτε» σκηνοθετούν, σε πρώτη κειμενική αναγνώριση, μια συνθήκη αποστέρησης.
Ωστόσο, αισθάνομαι πως το βιβλίο υπαινίσσεται την παρουσία ενός θηλυκού πλεονάσματος. Εναν άπειρο μητρογραμμικό χώρο. «Η Γη γυρίζει ζαλισμένη γύρω από τον εαυτό της / και ένας τεράστιος καθρέφτης / δείχνει τη μαύρη τρύπα της», γράφει η Σπυροπούλου. Από αυτή την άποψη, η μέλαινα οπή του θηλυκού ως «άλλη» πλευρά δεν είναι έλλειμμα. Η ύπαρξη δύο γυναικείων όψεων, μάλιστα, μου θύμισε μια αντιστοιχία από τον κόσμο των μύθων. Εναν θρύλο έξω από το υλικό της Σπυροπούλου.
Ας πούμε πως βρισκόμαστε σε ένα σκοτεινό δάσος και συναντάμε τη Χούλντρα ή αλλιώς Σκόγκρσα. Ενα πλάσμα της σκανδιναβικής λαϊκής παράδοσης. Οσοι περιπατητές αντικρίζουν την «Κυρά του δάσους» κατά πρόσωπο βλέπουν μια εκπληκτικά όμορφη γυναίκα με πλούσια μακριά μαλλιά. Ενώ όσοι τη συναντούν πλάτη, βλέπουν το πίσω μέρος του κορμιού της να λείπει. Να μοιάζει με κούφιο κορμό δέντρου, μαύρη τρύπα ή ανοιχτή τάφρο έτοιμη να τους καταπιεί και να τους σύρει στον χαμό και στη λήθη.
Η νύμφη χωρίς πλάτη, που εδώ είναι ένα ερμηνευτικό κλειδί, λειτουργεί λίγο-πολύ και ως ένα σύστημα διπλής οπτικής στη γυναικεία υπόθεση. Εξωτερικά, οι γυναίκες χρεώνονται στερεοτυπικά μια διπλή όψη. Εσωτερικά, αποκτούν μια διπλή οπτική. Ο Τζον Μπέργκερ στο «The ways of seeing» υποστηρίζει πως οι γυναίκες παρατηρούν τον χώρο γύρω τους αλλά ταυτόχρονα παρατηρούν και τον εαυτό τους μέσα στον χώρο. Αυτή τη διπλή όψη και οπτική έχει και το βιβλίο της Σπυροπούλου.
Από το κενό τού χωρίς-πλάτη-θηλυκού, στα ποιήματά της αναδύονται η γυναίκα-κόρη του πατέρα, η γυναίκα-κόρη της μητέρας αλλά και η γυναίκα ως μητέρα πια της δικής της κόρης. Η γυναίκα ως ερωμένη και η γυναίκα ως «άλλος» απέναντι στον άνδρα, κομμάτι ενός πλέγματος βιοκοινωνικών σχέσεων. Η πλάτη ως στήριγμα και παρηγοριά κατά τα προφανή απουσιάζει. Η πλάτη ως χάσμα, όμως, είναι ένας άπειρος χώρος που προεκτείνεται.
«Το θέμα είναι», είπε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ συμπληρώνοντας τον Σεφέρη, «το προσωπικό σώμα / και ο απρόσωπος χαμός του». Η Σπυροπούλου αυτόν τον χαμό προσωποποιεί. Γεμίζει τα χαρακτηριστικά του και τον επιστρέφει αλλιώτικα ακέραιο. «Το στέρνο, όμως, προχωρά / κι ας μπάζει από παντού», όπως γράφει.
Την αισιοδοξία αυτής της «Κόρης» δεν τη συμμερίζεται η Ευαγγελία Ανδριτσάνου, μονάχα το απαράμιλλο σθένος της, στην ποιητική σύνθεση «Αντιγόνη. Μια κόρη, μια χώρα». Και σ’ αυτό το βιβλίο ποίησης, που είναι το τρίτο της, η συγγραφέας -και επίσης ψυχοθεραπεύτρια- κρατά σταθερή την έμφυλη εστίαση. Επιστρατεύοντας την αρχετυπική κόρη, την «υψηλότερη εικόνα γυναίκας» κατά τον Σέλεϊ.

Μέσω της Αντιγόνης η Ανδριτσάνου επεκτείνει τη χωρική της μνήμη και καταθέτει ένα φιλόδοξο έργο εκατόν είκοσι σελίδων με δύο πρόσωπα (ΚΟΡΗ και Αντιγόνη). Μιλά, μάλιστα, σε δύο χρόνους. Στο σήμερα -πάντα με κεφαλαία στην αριστερή σελίδα ως ΚΟΡΗ- και στο τότε της τραγωδίας του Οίκου των Λαβδακιδών με τα λόγια της Αντιγόνης στα δεξιά.
Το βιβλίο, που γράφτηκε μέσα σε μια περίοδο δέκα χρόνων ύστερα από οκταετή εκδοτική παύση, αναπτύσσεται σε δύο μέρη κι έναν επίλογο. Με πεζόμορφο κείμενο συγκαιρινής φωνής από τη μία πλευρά και με μονόλογο της αρχετυπικής Αντιγόνης από την άλλη. Η Ανδριτσάνου, εδώ, επιχειρεί να διασχίσει την ιστορία και την τέχνη μέσα από τα μάτια μιας εγκλωβισμένης γυναίκας (τόσο φυσικά όσο και ψυχικά) με διάθεση θεατρικού κειμένου.
Κόντρα στην εξουσία του Κρέοντα, κόντρα στους εκπροσώπους των θεσμών όπως ο Μάντης και ο Παιδαγωγός, κόντρα και στη Μητέρα της. Γεμάτη, όμως, ηθικό χρέος, επιθυμία κι αγάπη. Απευθυνόμενη στον Αίμονα, λέει: «Γιατί, γιατί στρατιώτης / ο πόλεμος είναι ένα πράγμα παιδικό / τα παιδιά δεν τα βλέπεις πως / πατούν επί πτωμάτων». Κι αλλού η «καρδιά» της σοφόκλειας Αντιγόνης δοσμένη αλλιώς: «Οι κόμποι των δαχτύλων μου ασπρισμένοι / έσφιγγα μ’ όλη μου τη δύναμη την αρετή / θέλω να πω την αγάπη».
Στον «Επίλογο» της Ανδριτσάνου διαβάζω: «ΑΝΤΙΓΟΝΗ. ΙΣΜΗΝΗ. ΑΝΤΙΓΟΝΗ. ΙΣΜΗΝΗ. ΑΝΑΜΕΣΑ Σ’ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΜΑΓΝΗΤΕΣ ΔΕΝ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΤΗΝ ΤΑΛΑΝΤΩΣΗ ΜΑΣ; (ΟΙ ΚΡΕΟΝΤΕΣ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΗΜΕΙΟ.)» Από την αυτοκυριαρχία της Αντιγόνης, στον αυτοεκμηδενισμό της Ισμήνης. Κι από αυτό το διαχρονικό εκκρεμές, στα λόγια του Τζορτζ Στάινερ: «Η απώτατη προέλευση του δράματος βρίσκεται στη διαλεκτική άνδρα και γυναίκας», γράφει ο κορυφαίος κριτικός στις «Αντιγόνες» του.
Και στον πυρήνα των δύο ποιητικών συλλογών που συμπαρουσιάστηκαν, εδώ, βρίσκεται η επαφή με το πρωταρχικό. Η αχαλίνωτη, νεανική θηλυκότητα και τα στοιχειακά της δικαιώματα.
