Περπάτησα, την Κυριακή, τρεις ώρες και πενήντα λεπτά: 6:40 με 9:20· μέχρι το προσκύνημα του Αγιου Νεκτάριου, το διάσελο που βλέπει από Σαρωνικό, νοτιοανατολικά, μέχρι Πάρνηθα, βορειοδυτικά. Διαφάνεια, λόγω της σαββατιάτικης βροχής, γαλάζιος ουρανός με τόπους τόπους σύννεφα· αργότερα θα συννέφιαζε μέχρι βροχή.
Μετά την Καλοπούλα με προσπέρασε, ανηφορίζοντας με ελαφρό πάτημα, το ελαφάκι η Ιωάννα: «Καλημέρα σας!», άκουσα από δεξιά και πίσω μου. «Ιωάννα! Πάντα δροσερή και πάντα όμορφη!». Μαύρη φόρμα, πάντα. Το μπουφανάκι, άλλοτε με φόδρα φούξια, άλλοτε βεραμάν, σατέν. Μαλλί ολόμαυρο, μακρύ, δέρμα λευκό, αλάβαστρο. Χαμόγελο, ανατολή φεγγαριού: «Σας ευχαριστώ πολύ!». Της συνέστησα, «σήμερα ειδικά» να περπατήσει και σε χώμα: «Μετά τη βροχή, είναι υπέροχα, ευωδιάζει!». «Καλά που το είπατε! Θα το κάνω!».
Μέχρι τώρα τη συναντούσα στην επιστροφή μου να ανηφορίζει· πάντα Σαββατοκύριακο: «Εργάζομαι τις άλλες μέρες…». Ερχεται από νότιο προάστιο, αφήνει το αυτοκίνητό της «κάπου χαμηλά» και ανηφορίζει… Σήμερα –πρώτη φορά που με προσπέρασε– παρατήρησα και σακιδιάκι στην πλάτη: ροζ. «Μια ωραία γυναίκα, ένα όμορφο κορίτσι, που φανερώνεται πάντα στα μαύρα, αλλά… κρύβει τα χρώματά του, τα οποία μάλιστα είναι και ζωηρά, καθότι νέα και όμορφη…» σκέφτηκα.
Ουδέν το… πονηρόν. Δεν μένει περιθώριο να περάσεις ούτε κλωστή από μάτι βελόνας! Η απόσταση από τη γειτονιά της ηλικίας της μέχρι τη δική μου είναι είκοσι λεπτά με ταξί σε άδειους δρόμους. Πλησίον… εγγονής! Απλώς, θεωρώ έγκλημα καθοσιώσεως, να βλέπεις το κάλλος και να μην το προσκυνάς με δυο θαυμαστικά κεράκια. Φτάνει να είσαι σε θέση –να μπορείς ακόμα, να δύνασαι– να το αναγνωρίζεις! «Καλό δρόμο κορίτσι μου και να έχεις μια καλή μέρα…». Στην επόμενη στροφή, είχε πια πετάξει. Διακρινόταν μόνο το ροζ σακιδιάκι που ανηφόριζε. Τα χρώματα σβήνουν τελευταία, ακόμα και τα κρυμμένα…
