Πριν από μερικά χρόνια η Αφγανή συγγραφέας Νάντια Γκουλάμ στο βιβλίο της «My Secret Turban» περιέγραφε πώς έζησε μια ολόκληρη δεκαετία παριστάνοντας τον νεκρό αδερφό της για να αποφύγει τους τρομακτικούς περιορισμούς που επέβαλλαν οι Ταλιμπάν στις γυναίκες. Η Νάντια Γκουλάμ ήταν 11 ετών όταν μια βόμβα ισοπέδωσε το σπίτι της, σκότωσε τον αδελφό της, ακρωτηρίασε ψυχικά τους γονείς της και τραυμάτισε βαριά την ίδια παραμορφώνοντας το πρόσωπό της. Το τραύμα της έγινε η ευκαιρία να φορέσει αντρικά ρούχα και να ζήσει σαν άντρας. Και το έκανε. Απαρνήθηκε τη γυναικεία της ταυτότητα μέχρι που διέφυγε στην Ευρώπη. Τα όρια δηλαδή του σώματός της ταυτίστηκαν με τα όρια του κράτους.
Πώς το σώμα μιας γυναίκας καταλήγει να γίνει τμήμα μιας ευρύτερης εθνικιστικής αφήγησης; Με ποιους τρόπους επιδρά η στρατιωτικοποίηση και η αποστρατιωτικοποίηση στη σχέση των κοινωνικών φύλων; Και κατά πόσο τελικά ο φεμινισμός –δηλαδή η γυναικεία απελευθέρωση– και ο εθνικισμός –δηλαδή οι εθνικιστικές επιδιώξεις– είναι αντικρουόμενες έννοιες;
Η περίπτωση του Αφγανιστάν, μιας χώρας παραδομένης για αιώνες στη φεουδαρχία και για δεκαετίες σε έναν βάρβαρο πόλεμο μεταξύ φονταμενταλιστών, πολιτών και ξένων δυνάμεων, επαναφέρει στο προσκήνιο θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τις γυναίκες και τη γεωπολιτική, φέρνοντας τον κόσμο ολόκληρο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του απέναντι στα κορίτσια της Καμπούλ.
Οι γυναίκες στο Αφγανιστάν δεν είχαν δικαίωμα να εργαστούν μέχρι το 1978. Χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά ως τεκνοποιητικές μηχανές και ως οχήματα για τη σύναψη ενός «επικερδούς γάμου». Η εισβολή των Ρώσων στο Αφγανιστάν το 1979 άνοιξε τον δρόμο στις γυναίκες για την παραγωγή και τα σχολεία. Μέχρι το 1996 που οι Ταλιμπάν, οι οποίοι είχαν γεννηθεί από το κίνημα των μουτζαχεντίν που πολεμούσαν τους Σοβιετικούς, κατέλαβαν την εξουσία. Τότε οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να φορούν το χιτζάμπ και μπούργκα, δηλαδή τον χιτώνα που τις καλύπτει από την κορυφή μέχρι τα νύχια, ενώ τους απαγορεύτηκε να κυκλοφορούν χωρίς τη συνοδεία αρσενικού μέλους της οικογένειας. Δεν τους επιτρεπόταν να σπουδάσουν, να δουλέψουν, να ταξιδέψουν. Εκτοπίστηκαν δηλαδή από τη δημόσια ζωή ενώ αφανίστηκε η θηλυκή τους υπόσταση. Είχε προηγηθεί φυσικά η απόσυρση των Σοβιετικών, που είχε παραδώσει τη χώρα στο χάος.
Η διακυβέρνηση των Ταλιμπάν, ο οποίοι εφάρμοσαν τη δική τους φονταμενταλιστή εκδοχή της σαρίας με αρκετά φυλετικά στοιχεία από τις παραδόσεις των Παστούν, έληξε μετά από πέντε χρόνια, μετά την επέμβαση των ΗΠΑ, το 2001. Τότε οι γυναίκες απέκτησαν ξανά δικαιώματα και επέστρεψαν κατά κάποιο τρόπο στη δημόσια ζωή εν μέσω, ωστόσο, ενός εμφύλιου σπαραγμού καθώς οι Ταλιμπάν δεν έπαψαν ποτέ να διεξάγουν ανταρτοπόλεμο.
Η απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων επέτρεψε στους Ταλιμπάν, πριν από μερικές μέρες, να αναλάβουν τον έλεγχο της χώρας και να καταδικάσουν τον γυναικείο πληθυσμό εκ νέου στην ανυπαρξία.
Συμπέρασμα; Η γυναικεία εμπειρία δεν είναι ίδια σε όλους τους γεωγραφικούς χώρους. Ούτε όλες τις χρονικές περιόδους.
Πώς μπορούμε να αποφασίζουμε για εκείνες χωρίς εκείνες; Πώς μπορούμε να παρεμβαίνουμε σαν σωτήρες επιβάλλοντας τις «φιλελεύθερες δυνάμεις» μας και εν συνεχεία να τις εγκαταλείπουμε στο έλεος ενός θεοκρατικού αναχρονιστικού καθεστώτος, εκτεθειμένες σε ακόμα μεγαλύτερους κινδύνους; Τι έχει να μας διδάξει η σιωπηλή ιστορία των γυναικών του Αφγανιστάν;
Στην «Πέτρα της Υπομονής» του Ρατίχ Ακίμι, μια γυναίκα κάθεται δίπλα στον άντρα της που ψυχορραγεί και του μιλά για όσα δεν του έχει πει. Για πρώτη φορά τού αποκαλύπτει όνειρα και φόβους. Το βιβλίο, που έγινε αργότερα και ταινία, έχει φόντο μια βομβαρδισμένη πόλη όπου οι Ταλιμπάν επελαύνουν. Σε αυτό το πλαίσιο, μέσα σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, η ηρωίδα σπάει τη μακροχρόνια σιωπή της μπροστά στον ετοιμοθάνατο σύζυγό της και γίνεται ένας σαρωτικός χείμαρρος απωθημένων αναγκών και επιθυμιών, ένα ξέσπασμα ζωής μπροστά σε έναν αδύναμο σύζυγο που αργοπεθαίνει ενώ μέχρι πρότινος στεκόταν μπροστά της πανίσχυρος και τρομακτικός αλλά πάντα «έμπλεος από την επιθυμία της καταστροφής και του θανάτου». Ετσι περιγράφει τους εξτρεμιστές του ισλάμ ο Ρεζινάλντ Μπλανσέ στις «Πολιτικές του Ψυχαναλυτή»: «ως υποκείμενα έμπλεα από την επιθυμία θανάτου, που επιδιώκουν να αγγίξουν την ολοκλήρωσή τους μέσα στον θάνατο και την απόλαυση του μηδενός (…) που απολαμβάνουν να καταλαμβάνουν τη θέση του αντικειμένου που προκαλούν τρόμο».
Τι θα συνέβαινε εάν οι γυναίκες είχαν εμπλακεί περισσότερο στη διαδικασία σχηματισμού του κράτους και χάραξης εθνικών στρατηγικών;
Το 1998 ο Φράνσις Φουκουγιάμα υπέγραφε ένα άρθρο στο περιοδικό Foreign Affairs με τίτλο «Γυναίκες και η Εξέλιξη της Παγκόσμιας Πολιτικής» («Women and the Evolutiοn Wοrld Politίcs»), όπου υποστήριζε ότι το κοινωνικό φύλο έχει παίξει έναν ζωτικής σημασίας ρόλο στον σχηματισμό του κράτους και πως εάν οι γυναίκες είχαν εμπλακεί περισσότερο στη διαδικασία ο κόσμος θα ήταν «περισσότερο συμφιλιωτικός και συνεργατικός απ’ αυτόν στον οποίο κατοικούμε τώρα». Ο Φουκουγιάμα σημείωνε πως μεγάλο τμήμα του κόσμου περιλαμβάνει κράτη των οποίων ηγούνται αιμοσταγείς άνδρες. Αιμοσταγείς δεν υπήρξαν, ωστόσο, μόνο οι φονταμενταλιστές του Ισλάμ.
Από το 1998 μέχρι σήμερα έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος όσον αφορά τη γυναικεία χειραφέτηση και τη σχέση μεταξύ γυναικών και γεωπολιτικής. Παράλληλα έχει σημειωθεί παλινδρόμηση όσον αφορά τον ρόλο των γυναικών ως «παράγοντα αλλαγής» σε αρκετά σημεία του χάρτη, με τη συνευθύνη των Δυτικών.
Οι Ταλιμπάν είναι υπεύθυνοι για τον τρόπο που θα ζήσουν και θα πεθάνουν όσες (και όσοι) παραμένουν εντός των ορίων του αφγανικού κράτους. Και εμείς είμαστε υπόλογοι για όσα θα βιώσουν. Ας τις (τους) υποδεχτούμε στον κόσμο που τους δείξαμε πως υπάρχει και εν συνεχεία τους τον αποσύραμε μέσα σε μερικές νύχτες και ας τις βοηθήσουμε να ενσωματωθούν σε όποιο κοινωνικό σώμα επιλέξουν.
