Αν όχι φανφαρονισμοί και μεγαλαυχίες, τουλάχιστον πομπώδεις και εμφανιζόμενες ως βαρυσήμαντες δηλώσεις, που συνήθως δεν μετουσιώνονται σε πράξεις, δεν είναι σπάνιες στον δημόσιο λόγο για τη Δικαιοσύνη, το πρώτο προαπαιτούμενο του πολιτισμού κατά την γνωστή ρήση του Ζίγκμουντ Φρόιντ.
Βεβαίως, τίποτε δεν είναι άψογο και «ευλογημένο» σε όλα και επειδή η τελειότητα απλά δεν υφίσταται (τρανή απόδειξη η ύπαρξή μας, κατά γνωστό εύστοχο φθέγμα), γνωρίζουμε καλώς (και από βιωματική εμπειρία) ότι μεταξύ του ιδεατού μεγέθους της Δικαιοσύνης και της απονομής της «ένας ολόκληρος κόσμος παρεμβάλλεται».
Είναι ο «κόσμος» της αψιμυθίωτης πραγματικότητας, των αντίξοων συνθηκών, του σκληρού και αδιάπτωτου δικαστικού μόχθου, αλλά και της έμμονης διατήρησης διαύλων εν δυνάμει άσκησης επιρροής και παρέμβασης στη δικαστική, εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, ανεξαρτήτως πραγματικής χρήσης τους ή μη προς την κατεύθυνση αυτή και της τελεσφόρου ή μη λειτουργίας τους, στην περίπτωση που ήθελε χρησιμοποιηθούν προς τούτο.
Αδρές πτυχές του «κόσμου» αυτού αναδεικνύονται και στην Εκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2020 «για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα», που είδε εσχάτως το φως της δημοσιότητας.
Εγκαθιδρυμένη θεσμική «διαμαρτία» και για την Επιτροπή που συνέταξε την ως άνω Εκθεση, φαίνεται να αποτελεί ο παρ’ ημίν θεσμοθετημένος τρόπος επιλογής της εγχωρίως αποκαλουμένης «ηγεσίας της Δικαιοσύνης», που γίνεται με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος).
Κατά την ασκούμενη επί του θέματος κριτική της ομάδας χωρών (GRECO) κατά της διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης, οι ανώτατες δικαστικές θέσεις που καταλαμβάνονται κατά τον συγκεκριμένο τρόπο «είναι επιρρεπείς σε δυνητικά ισχυρή επιρροή από την εκτελεστική εξουσία», ενώ γίνεται σύσταση για αναθεώρηση της μεθόδου διορισμού στις ανώτατες θέσεις δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, με την επισήμανση ότι «μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει τροποποιήσει το σχετικό πλαίσιο, καθώς τυχόν αλλαγή θα απαιτούσε συνταγματική αναθεώρηση» (σχετ. κεφάλαιο της Εκθεσης με τον τίτλο «Σύστημα απονομής Δικαιοσύνης», ενότητα «Ανεξαρτησία»).
Το αμετάβλητο και σταθερώς αμετακίνητο της αυξημένης τυπικής ισχύος συγκεκριμένης κρίσιμης ρύθμισης για την οποία πρόκειται, παρά την πλειάδα των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975 που έχουν λάβει χώραν μέχρι σήμερα, και την σταθερή βούληση του πολιτικού συστήματος για τη διατήρησή της άθικτης, μάλλον, αποκαλύπτει και το «εγκαθιδρυμένο» της συγκεκριμένης θεσμικής «διαμαρτίας» αναδεικνύει, γεγονός που δεν είναι, πιθανόν, άμοιρο και «με το μέτριο επίπεδο της εκλαμβανομένης», στη χώρα μας, «ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης», που η ειρημένη Εκθεση, στο ίδιο κεφάλαιο και στην αυτή ενότητα, διαπιστώνει.
Υπό την ενότητα με τον τίτλο «Αποδοτικότητα», του αυτού κεφαλαίου της Εκθεσης, για τους γνώστες των πραγμάτων και για ένα έμπειρο μάτι, οι σημειούμενες εκτεταμένες καθυστερήσεις στην διεκπεραίωση των υποθέσεων «εγκαθιδρυμένη» επίσης «διαμαρτία», με έντονα χαρακτηριστικά μονιμότητας, μάλλον σκιαγραφούν, παρά επισημαίνουν, απλώς, έναν εισέτι διαφαινόμενο και αναδυόμενο για την ελληνική Δικαιοσύνη κίνδυνο.
Ωστόσο, κατά την πάντα εύστοχη λαϊκή θυμοσοφία, «Οσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο μουσαφίρης» ή, ακόμα καλύτερα, «Οσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος».
Και «νοικοκύρης» εν προκειμένω είναι το ελληνικό κράτος, «νοικοκυρά» η ελληνική Πολιτεία και γνωρίζοντες λεπτομερώς και από μέσα τα πράγματα οι εκάστοτε, κατά λόγον αρμοδιότητας, ιθύνοντες αυτής.
Σε αυτούς εναποτίθεται και επαφίεται η αποφυγή πρόκλησης και δημιουργίας δικαιοπολιτικών σκιών ή και συναφών δικαιοκρατικών ρωγμών, επί του όλου οικοδομήματος του κράτους δικαίου στη χώρα μας. Κρίσιμος, ευαίσθητος και τομέας εστίασης της προσοχής ο σχετιζόμενος με την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Οι «φύλακες» και γνώση έχουν και, αυτονοήτως, δεν μπορεί παρά να «θέλουν». Η ειδική αναφορά της Εκθεσης στο ζήτημα των σχετιζομένων ευθέως και με τον συγκεκριμένο τομέα μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος, με την υπογράμμιση ότι «το πλαίσιο προστασίας» αυτών «είναι ελλιπές», πέραν του σημειολογικού χαρακτήρα της, κρούει και τον κώδωνα της ανάγκης αυξημένης πολιτειακής εγρήγορσης και επαγρύπνησης, ως προς το θέμα τούτο, λαμβανομένου υπ’ όψη και δεόντως συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι, στον παρ’ ημίν δημόσιο λόγο, πλειστάκις, οι μάρτυρες για τους οποίους πρόκειται αντιμετωπίζονται απαξιωτικά και με οξεία εναντίον τους επιθετικότητα.
Γεγονός είναι ότι, από την συγκεκριμένη Εκθεση, δεν λείπουν και θετικές αναφορές- επισημάνσεις, συναρτώμενες και με την προσπάθεια καταπολέμησης της διαφθοράς κατά τα τελευταία χρόνια (χρόνος σύνταξης της Εκθεσης η 30-9-2020), μέσω μεταρρυθμιστικών, εξορθολογιστικών και βελτιωτικών του όλου θεσμικού πλαισίου νομοθετικών πρωτοβουλιών και ρυθμίσεων.
Είθε, «εγκαθιδρυμένα» ασύμβατα να εξαλειφθούν και «υπό εγκαθίδρυση» υφιστάμενα όμοια να ανασχεθούν.
Είθε, οι μελλοντικές εκθέσεις να περιέχουν ως διαπίστωση το ανωτέρω, αλλά να είναι και θετικές για τις νομοθετικές ρυθμίσεις που, χρονικώς, ακολούθησαν την θιγομένη ενταύθα Εκθεση, αλλά και θα επισυμβούν περαιτέρω, πιθανότατα.
Κρίσιμο προς τούτο και αδιαλείπτως απαιτούμενο αποτελεί το επαρκές, αμερόληπτο και μακράν ποικιλωνύμων σκοπιμοτήτων, διαφανών ή μη αδιαφόρως, του νομοθετικού έργου, με θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αναδιοργανώσεις όχι παλίνδρομες και δίκην θεσμικού εκκρεμούς, αλλά πραγματικές και αναγκαίες, ως αποτέλεσμα εμβριθούς και ώριμης σκέψης και όχι ως βραχυπρόθεσμη επιλογή ή αναγκαστική λύση διαχείρισης ή επιβολής πιεστικών συγκυριών.
Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονείται ότι και ο σεβασμός της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης νομοθετικώς, κατά κύριο λόγο, πρέπει να εκφράζεται, όπως και το ότι τα καίρια πλήγματα κατά της ανεξαρτησίας αυτής μόνον νομοθετικώς είναι δυνατόν να επιχειρηθούν ή και να καταφερθούν, ενδεχομένως.
* αντεισαγγελέας Α.Π. ε.τ.
