Oι δημοσκοπήσεις, όπως και να τις διαβάσει κανείς, δείχνουν αυξανόμενη φθορά του κυβερνώντος κόμματος, της Ν.Δ. Αν τις δούμε διαχρονικά, αποσπά ποσοστά κοντά στις δημοσκοπήσεις λίγες βδομάδες πριν από τις εθνικές εκλογές του 2019. Αν τις διαβάσουμε έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν τα πάει άσχημα. Είκοσι μήνες μετά την εκλογική νίκη της βρίσκεται στα ίδια επίπεδα, λίγο πιο κάτω. Κατά συνέπεια ο τίτλος του άρθρου, έστω και με ερωτηματικό, δεν στοιχειοθετείται.
Κι όμως, ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία στηρίζουν την υπόθεση αυτή.
Κατά πρώτον, το 2019 η Ν.Δ. είχε ανοδική δυναμική που τροφοδοτήθηκε από τα θετικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών, την κατάρρευση όμορων πολιτικά χώρων, ιδιαίτερα της Χρυσής Αυγής, και τον αέρα του νικητή. Σ’ αυτό συνέβαλε και μια ιδεολογική υπεροχή έναντι των ανταγωνιστών, ιδιαίτερα στα αστικά στρώματα των πόλεων. Τώρα δεν συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Το αντίθετο. Μετά τη δημοσκοπική απογείωση την άνοιξη του 2020 ακολουθεί μια αισθητή πτωτική πορεία, η οποία αποτυπώνεται έντονα στη μειούμενη δημοτικότητα των κυβερνητικών στελεχών.
Κατά δεύτερον, το 40% που απέσπασε η Ν.Δ. το 2019 ήταν πολύ υψηλό για τα δεδομένα του κομματικού μας συστήματος. Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα μετά την κρίση και τα μνημόνια, οι δεσμοί των ψηφοφόρων με τα κόμματα έχουν αποδυναμωθεί περαιτέρω. Για να πετύχει το 40% η Ν.Δ. βρέθηκαν στην ίδια κάλπη πολύ μεγάλο μέρος παλιών της ψηφοφόρων που στράφηκαν σε άλλα κόμματα, ακροδεξιά και μη, μετά το 2007 και αρκετοί ψηφοφόροι άλλων χώρων, «κεντρώων», ακόμα και «σοσιαλδημοκρατών». Η συνύπαρξη αυτή ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και συνδεόταν με ένα κλίμα αντι-ΣΥΡΙΖΑ και μια προσδοκία από τον Κυρ. Μητσοτάκη.
Η μονοθεματική προσήλωση της Ν.Δ. σε ζητήματα «νόμου και τάξης», κατά τρίτον, τείνει να διαλύσει το προαναφερθέν μπλοκ. Της επιτρέπει να προσελκύσει συντηρητικούς ψηφοφόρους, ιδιαίτερα μεγάλης ηλικίας και ακροδεξιών προσανατολισμών, αλλά την ακυρώνει ιδεολογικά. Είναι δύσκολο σήμερα να πείσει ότι είναι κεντρώο κόμμα ή φιλελεύθερο. Αντίθετα, όσο μένει μόνο σε ζητήματα νόμου και τάξης τόσο θα έχει δυσκολίες να πείσει νέους και τα φιλελεύθερα αστικά στρώματα των πόλεων. Λογικά, λόγω και της υπόθεσης Λιγνάδη, έχει απολέσει την ιδεολογική της έλξη στους ανθρώπους του πολιτισμού και της εκπαίδευσης.
Τα τρία προαναφερθέντα αντικατοπτρίζονται στην τριχοτόμηση του εκλογικού σώματος. Η Ν.Δ. έχει περιορισμένη απήχηση στους νέους μέχρι 35 ετών, μέτρια στις ενδιάμεσες ηλικίες μέχρι τα 55 και υψηλά ποσοστά στους άνω των 55. Η τριχοτόμηση αυτή σχετίζεται τόσο με τους ιδεολογικούς της προσανατολισμούς και την κατάσταση της αγοράς εργασίας όσο και με το τοπίο των ΜΜΕ. Απλοποιώντας θα έλεγα πως αυτοί που βλέπουν τηλεόραση είναι πιο κοντά στη Ν.Δ., αυτοί που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πιο μακριά. Εχουμε να κάνουμε με κάτι που είναι όλο και πιο απτό, με δύο διαφορετικούς κόσμους.
Ασφαλώς, το κυβερνών κόμμα δεν είναι τελείως ανοχύρωτο στην προϊούσα αποδυνάμωση. Διαθέτει δύο ισχυρά αναχώματα. Ο έλεγχος της συντριπτικής πλειονότητας οργανισμών και φορέων, από τα ΜΜΕ ώς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, συνιστά ένα σημαντικότατο μέσο για τον έλεγχο της πληροφορίας και την άσκηση πρόσφορων εκλογικά πολιτικών. Και, δεύτερον, η αρκετά ανθεκτική εικόνα του πρωθυπουργού και η μικρότερη φθορά του από τους υπουργούς του. Αυτή οφείλεται σε μια στρατηγική που ανέλυσα σε προηγούμενο κείμενο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» («Μητσοτάκης, Μακρόν, Μενδώνη») και στη συνήθη πρακτική των ψηφοφόρων, ανεξάρτητα από χρώμα, να στρέφονται στον ηγέτη και να περιμένουν από αυτόν όταν η κυβέρνηση, το κόμμα και τα στελέχη μάς απογοητεύουν.
Η προϊούσα εκλογική αποδυνάμωση της Ν.Δ. θα απολήξει σε κατάρρευση ή τα αναχώματα θα τη συγκρατήσουν; Ζούμε σε μια κρίσιμη περίοδο, την πανδημία, με αβεβαιότητες και ανατροπές. Εχουμε μπροστά μας τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Σε τέτοιες περιόδους ο πολιτικός χρόνος αλλάζει γοργά, γίνεται πυκνότερος, καταιγιστικός, οι εξελίξεις μπορούν να πάρουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Ολα είναι στραμμένα στην κεντρική σκηνή. Ο παραμικρός ψίθυρος μπορεί να γίνει εύκολα κραυγή και κατακραυγή. Από τη διαχείριση της κατάστασης αυτής θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η εκλογική απήχηση του κυβερνώντος κόμματος και των ανταγωνιστών του. Σε κάθε περίπτωση η εποχή της παντοδυναμίας παρέρχεται, παρότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν αντλούν μέχρι τώρα σημαντικά εκλογικά οφέλη. Στη συνθήκη αυτή η εκλογική κατάρρευση δεν είναι καθόλου δεδομένη αλλά συνιστά ένα ενδεχόμενο, θα έλεγα απτό.
* καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
