Με αφορμή την πρόσφατη πανδημία του COVID-19 και τον καταιγισμό σχετικών για τη νόσο πληροφοριών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την αντίθεσή μου όσον αφορά την επιλογή του γλωσσικού όρου «κρούσμα», προκειμένου να περιγραφούν περιπτώσεις τόσο του πρόσφατα αναδυόμενου νοσήματος όσο και πληθώρας άλλων μεταδοτικών νοσημάτων.
Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα οι αρχές δημόσιας υγείας και οι επιδημιολόγοι πρωτίστως, και όχι οι κλινικοί ιατροί που αντιμετωπίζουν, διαγιγνώσκουν και θεραπεύουν, έχουν επιλέξει διαχρονικά τη συγκεκριμένη ορολογία για την περιγραφή επιδημιολογικών δεδομένων που αφορούν τα μεταδοτικά νοσήματα, όπως η φυματίωση, η γρίπη, η HIV λοίμωξη, η ελονοσία, η μηνιγγίτιδα κ.λπ.
Μέχρι την πρόσφατη πανδημία, κανένας κλινικός ιατρός δεν αποκαλούσε κρούσμα έναν ασθενή με φυματίωση, γρίπη, μηνιγγίτιδα, AIDS κ.ά. Αντιθέτως, κάθε ασθενής που νοσούσε από ένα μεταδοτικό νόσημα αναφερόταν πάντα ως ασθενής (περίπτωση, περιστατικό) με φυματίωση, με AIDS, αλλά ποτέ δεν αποκαλούνταν «κρούσμα» από τους θεράποντες ιατρούς.
Η λέξη «κρούσμα» προέρχεται από το ρήμα κρούω και σημαίνει χτύπημα ή πλήγμα. Στη νέα ελληνική χρησιμοποιείται κυρίως για πράξεις που παραβιάζουν τον ποινικό ή τον άγραφο ηθικό νόμο, ιδίως όταν αυτές παρουσιάζονται αλλεπάλληλα (π.χ. κρούσματα διαφθοράς, βίας, νοθείας, κερδοσκοπίας, απειθαρχίας κ.λπ.). Ο όρος διαθέτει από τη φύση του αρνητική και υποτιμητική χροιά.
Είναι γεγονός ότι οι γλωσσικές επιλογές και το ύφος του ενημερωτικού λόγου οφείλουν να εξυπηρετούν τους στόχους του. Η επιλογή του συγκεκριμένου, αρνητικά φορτισμένου γλωσσικού όρου από τις αρχές δημόσιας υγείας όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τους στόχους της ενημέρωσης, που είναι η πληροφόρηση, η διατήρηση της ψυχραιμίας και η ανάληψη των κατάλληλων δράσεων, αλλά αντίθετα επιτείνει την αβεβαιότητα, την ανασφάλεια, τον φόβο και κυρίως τον στιγματισμό, αυξάνοντας την πιθανότητα εμφάνισης διακρίσεων, τόσο μεταξύ των Ελλήνων όσο και έναντι συγκεκριμένων εθνοτήτων, καθώς και ξενοφοβικών ή και ρατσιστικών εκδηλώσεων. Τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορούν να επιδράσουν αρνητικά τόσο στους νοσούντες όσο και στις οικογένειές τους, στους φίλους τους, στους φροντιστές υγείας τους αλλά και σε ολόκληρη την κοινότητα.
Επιπλέον, άτομα τα οποία δεν πάσχουν από τη νόσο αλλά μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά με τους ασθενείς μπορεί να βιώσουν τον κοινωνικό στιγματισμό. Ο στιγματισμός λοιπόν μπορεί να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή, οδηγώντας συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες σε περιθωριοποίηση, και δημιουργεί καταστάσεις όπου ο ιός είναι περισσότερο πιθανό να μεταδοθεί. Με άλλα λόγια, αρκετοί άνθρωποι, προκειμένου να μην έρθουν αντιμέτωποι με τις κοινωνικές διακρίσεις, είτε αποκρύπτουν την ασθένειά τους είτε αποφεύγουν την αναζήτηση ιατρικής περίθαλψης.
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο όρος που επιλέγεται, τόσο από τους κλινικούς ιατρούς όσο και από τους επιδημιολόγους, όταν γίνεται αναφορά σε ασθενή με COVID-19 είναι είτε «ασθενής με COVID-19» (patient with COVID-19) είτε «περίπτωση COVID-19» είτε «περιστατικό COVID-19» (π.χ. «case» στην αγγλική ή «cas» στη γαλλική ή «Fall» στη γερμανική γλώσσα). Επιλέγονται δηλαδή για τον σκοπό αυτό λέξεις ουδέτερες, χωρίς καμία αρνητική φόρτιση.
Σε συνέντευξη Τύπου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), με την οποία ο οργανισμός ανακήρυξε τον νέο κορονοϊό παγκόσμια απειλή, τονίστηκε η σημασία της αλληλεγγύης και της αποτροπής του κοινωνικού στιγματισμού των ασθενών, με την υπενθύμιση ότι είναι άνθρωποι και όχι αριθμοί. Αλλωστε, η χρήση ορολογίας που ποινικοποιεί ή δαιμονοποιεί μπορεί να καλλιεργήσει την εντύπωση ότι τα άτομα που νοσούν έχουν κατά κάποιον τρόπο κάνει κάτι κακό ή έχουν λιγότερο ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.
Ετσι, όχι μόνο δεν καλλιεργείται ένα κλίμα ενσυναίσθησης, αλλά ταυτόχρονα αυξάνεται η διστακτικότητα όσον αφορά την υποβολή σε κλινική εκτίμηση και διαγνωστικό έλεγχο, την αναζήτηση θεραπείας, αλλά και την τήρηση της καραντίνας.
Σε συμφωνία με το πνεύμα και τις επιταγές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αλλά και την ιατρική δεοντολογία, είναι αναγκαίο τόσο οι συνάδελφοι ιατροί της χώρας μας όσο και οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ να απεμπολήσουν την άστοχη χρήση του αποκρουστικού όρου «κρούσμα» όταν αναφέρονται σε ανθρώπους που πάσχουν, ζητούν και αξίζουν τη βοήθεια και τη συμπαράστασή μας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ό,τι αφορά το επικοινωνιακό πλαίσιο σχετικά με τον COVID-19 να δίδεται έμφαση στην αποτελεσματικότητα των μέτρων που προστατεύουν από τον νέο κορονοϊό και όχι στην αναμετάδοση αρνητικών μηνυμάτων, όπως γίνεται με τη χρήση της συγκεκριμένης ορολογίας που αναφέρθηκε παραπάνω.
Με την προτροπή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την αποφυγή του κοινωνικού στίγματος, είναι προτιμότερο να μιλάμε για «περιστατικά με COVID-19», «ασθενείς που έχουν COVID-19», «ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για COVID-19», «άτομα με COVID-19» και να μη χρησιμοποιούμε αρνητικά φορτισμένες και εκφοβιστικές λέξεις όπως «κρούσματα» ή «θύματα».
* Πνευμονολόγος-φυματιολόγος, διευθυντής Αντιφυματικού Τμήματος και Μονάδας Ανθεκτικής Φυματίωσης ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία», συντονιστής Φυματίωσης Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας
