ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πάνος Τσερόλας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δώδεκα πρόσωπα της γραφής μιας ευρείας ηλικιακής κλίμακας, ετερογενών θεματικών κάδρων και αφηγηματικών τρόπων, δώδεκα βραβευμένοι, σημαντικοί συγγραφείς, που γνωρίζουν εκ των έσω συνήθειες, κώδικες και γλώσσα νεαρών αφηγητών και αναγνωστών, μας αποκαλύπτουν εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα που προκαλεί σε μια άγουρη ψυχή (κι όχι μόνο) αυτό το αλλόκοτο, ανήσυχο καλοκαίρι της πανδημίας.

Μετά τη Μαρία Παπαγιάννη, την Ελένη Σβορώνου, τον Γιώργο Παναγιωτάκη, την Αγγελική Δαρλάση, τον Φίλιππο Μανδηλαρά, την Ελένη Κατσαμά, τον Φίλιππο Φωτιάδη, τον Πολυχρόνη Κουτσάκη, την Αργυρώ Πιπίνη, τον Κωνσταντίνο Πατσαρό και τη Μιράντα Βατικιώτη, το αφηγηματικό νήμα πιάνει ο Πάνος Τσερόλας, ο οποίος και κλείνει τη φετινή διηγηματογραφική μας παράδοση.

Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού. Ραντεβού πλέον, όσον αφορά τούτη τη στήλη, με το «Υπό σκιάν» του 2021 (υπό καλύτερες προσδοκούμε συνθήκες…).

Φρέναρε απότομα και μου είπε βγες έξω και ήμουν σίγουρος πως θα με παρατούσε εκεί μοναχό μου μέσα στο καταμεσήμερο να περπατήσω πέντε χιλιόμετρα για να γυρίσω σπίτι. Ανοιξα την πόρτα και η πηχτή ζέστη με έπιασε από τον λαιμό. Τα τζιτζίκια ήταν τόσο πολλά που το τραγούδι τους ήταν μια ενιαία ηχητική μάζα. Χτύπησε την πόρτα και μου έκανε ένα νόημα να τον ακολουθήσω. Πέρασε το ανάχωμα και περπάτησε μέσα στα ξερόχορτα προς μια πράσινη λωρίδα που διέσχιζε κάθετα τον αποχρωματισμένο κάμπο. Κάτι μου έδειχνε και εγώ σκεφτόμουν ότι θα είναι ένα πηγάδι ή ένα δόκανο ή τέλος πάντων μια βίαιη τιμωρία. Αυτά σκεφτόμουν. Τιμωρίες. Κατακαλόκαιρο, λίγες στροφές πριν τη θάλασσα και εγώ σκεφτόμουν τιμωρίες.

Πριν φρενάρει μου είχε πει πώς περνάς και του είπα για πολλοστή φορά ότι ήθελα να γυρίσω στη μαμά. Μισή ώρα πριν μου είχε πει αν ήθελα να πάμε στη θάλασσα και του είχα απαντήσει το ίδιο.

Στη μαμά υποτίθεται θα γυρνούσαμε μεθαύριο, όταν και θα τελείωνε η άδειά του. Τον είχα ακούσει στο σπίτι να της λέει τότε να κάτσεις εδώ μαζί με το παιδί σου και είχα χαρεί. Αλλά μετά είπε δεν θα στερήσω από το παιδί τις διακοπές του και απογοητεύτηκα.

Δεν είμαι σίγουρος πότε στράβωσε το πράγμα μεταξύ τους. Είμαι αρκετά μεγάλος για να ξέρω ότι οι άνθρωποι αγαπιούνται και πληγώνουν ο ένας τον άλλον και πολλές φορές μπορεί να αγαπιούνται και να πληγώνουν ο ένας τον άλλον ταυτοχρόνως. Θα ήταν εύκολο να πω ότι έφταιξε η καραντίνα αλλά μάλλον ο εγκλεισμός έκανε απλώς πιο ορατό κάτι που υπήρχε ήδη. Η αποστασιοποίησή τους δεν είχε ανάγκη μέτρα, αλλά στο σπίτι μας άρχισα να καταλαβαίνω την εντροπία που καθηγητές στο σχολείο αδυνατούσαν να μου σφηνώσουν στο κεφάλι.

Η μαμά σταμάτησε να δουλεύει από την πρώτη μέρα και ο μπαμπάς άρχισε να δουλεύει υπερωρίες. Οταν είχε πρωινή βάρδια γύριζε στο σπίτι κατάκοπος και με ρώταγε συνέχεια διαβάζεις και διαβάζεις. Αν μπήκα στο μάθημα το πρωί ή αν χάζευα στον υπολογιστή. Με έβαζε να του πω τι είχα μάθει, λες και ήξερε. Αν του ξέφευγα, ασχολούνταν με τα απότιστα φυτά στο μπαλκόνι, με τη σκόνη πάνω από την τηλεόραση και με το φαγητό που δεν είχε αλάτι. Περνούσαμε καλύτερα όταν δούλευε απόγευμα ή νύχτα. Κάποια στιγμή ενημέρωσαν τη μαμά πως δεν θα γυρνούσε στη δουλειά. Εκεί πικράθηκε πολύ και σταμάτησε και την άλλη δουλειά, την οικιακή. Καθόταν μπροστά στην τηλεόραση και έβλεπε εκπομπές μαγειρικής και μονολογούσε για πράγματα όπως ο χρόνος και η ζωή που περνάει. Πράγματα που δεν ήμουν σίγουρος ότι ήθελα να καταλάβω.

Τον ακολούθησα απρόθυμα μέσα στο διψασμένο λιβάδι. Το ποτάμι σχημάτιζε τις μαιανδρικές καμπύλες του γήρατος. Νερό δεν είχε. Μου έδειξε προς δυο δέντρα που έγερναν το ένα πάνω στο άλλο, ελαφρώς, φτιάχνοντας κάτι που έμοιαζε με πύλη ή με μια διστακτική αγκαλιά μετά την άρση της απαγόρευσης αγγιγμάτων. Αυτές είναι τζιτζιφιές, μου είπε. Εμοιαζε χαρούμενος. Αυτές είναι τζιτζιφιές, έχεις φάει ποτέ σου τζίτζιφα; Του είπα ότι δεν είχα ξανακούσει για τζιτζιφιές και τζίτζιφα. Τα δεντράκια ήταν λυγερόκορμα και ο κορμός τους ήταν γκρίζος και γεμάτος ξύλινα λέπια. Αρχισε να μου μιλάει για τα τζίτζιφα. Τα κλαδιά τους θα καρποφορούσαν το φθινόπωρο, οπότε θα έπρεπε να περιμένω, είπε, αν είχα περιέργεια να δοκιμάσω. Δεν είχα.

Εκατσε σε μια πέτρα και κοίταξε προς την ξεραμένη κοίτη. Είχε σκιά και δροσιά και τζιτζίκια σε οίστρο. Τζιτζίκια πάνω στις τζιτζιφιές. Αισθάνθηκα πως κάτι σημαντικό θα μου έλεγε, κάτι του τύπου εγώ και η μαμά σου θα χωρίσουμε. Με ρώτησε γιατί είμαι τόσο λιγομίλητος.

Είμαι ένα μοναχικό παιδί και για τη μοναχικότητά μου δεν φταίνε τόσο οι γονείς μου. Αυτό το κατάλαβα όταν άκουγα τους συμμαθητές μου να στενοχωριούνται για τον εγκλεισμό ενώ εγώ αισθανόμουν κάτι σαν ανακούφιση. Ημουν σπίτι, δεν πήγαινα στο σχολείο, δεν είχα να φοβάμαι κανέναν, έπαιζα στον υπολογιστή, έβλεπα ταινίες, κοίταζα τη γειτόνισσα στην απέναντι κουζίνα. Αυτή και όλα τα υπόλοιπα συνάθροιζαν μια καθημερινότητα που δεν θα με πείραζε να κρατούσε και περισσότερο. Και αυτός μού την είχε στερήσει για να πάμε ανόητες διακοπές.

Γύρισε και μου έδειξε προς τον χρυσαφένιο κάμπο. Εδώ με έφερε ο πατέρας μου όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, μου είπε. Για να δουλέψει σε αυτόν τον κάμπο. Και εγώ μαζί του. Δεκαπέντε χρονών. Χωρίς τη γιαγιά σου, τη μητέρα μου, που έμεινε πίσω. Κάθε φθινόπωρο, συνέχισε, μου έδινε τζίτζιφα και μου τα παρουσίαζε σαν τον πιο εκλεκτό ξηρό καρπό του κόσμου. Τον πίστευα. Νόμιζα πως είναι ο πιο εκλεκτός ξηρός καρπός του κόσμου και πως είχαμε πετύχει διάνα να βρούμε δυο δέντρα που δεν ήταν κανενός δίπλα στο ποτάμι.

Με ρώτησε ξανά αν ήθελα να δοκιμάσω τζίτζιφα, του είπα ναι συγκαταβατικά, μου είπε να περιμένω μέχρι το φθινόπωρο. Να περιμένω γενικά, συμπλήρωσε. Να περιμένω να δω να καρποφορούν τα δέντρα. Να πάρω τους καρπούς και να καταλάβω πόσο πολύτιμοι είναι, ακόμα και αν είναι τζίτζιφα. Ως απάντηση σε όλα αυτά του είπα πως μου έλειπε η μαμά. Και μένα, μου είπε. Θα έπρεπε να περιμένω και γι’ αυτό. Το νερό δεν τρέχει πάντα στο ποτάμι με τον ίδιο τρόπο. Ο κάμπος ξεραίνεται και ανθίζει ξανά. Οι εποχές έρχονται και φεύγουν.

Τον ρώτησα πώς ήταν πριν, στην Αλβανία. Δεν τον είχα ρωτήσει ποτέ. Μου χαμογέλασε και μου είπε ότι του έλειπε η μητέρα του. Η Αλβανία ήταν όλη κι όλη η μητέρα του. Μπορεί και να έκλαψε, δεν κατάλαβα, οι σκιές έκαναν παιχνίδια.

Συνεχίσαμε προς τη θάλασσα. Σήκωνε βοριά. Τα κορίτσια με τα αγόρια παίζανε στα κύματα και μια οικογένεια κυνηγούσε μια την ομπρέλα και μια το τρίχρονο παιδί της. Ενας άντρας με κοίταξε παράξενα, όπως με κοιτάνε συνήθως αρκετοί, επειδή στο πρόσωπό μου φέρω την πατρίδα του πατέρα μου. Βούτηξα στο κρύο νερό και σκέφτηκα ότι μπορεί από Σεπτέμβριο να κλειστούμε πάλι. Φοβήθηκα την εντροπία και αποφάσισα να του ζητήσω να μου φέρει τζίτζιφα.

♦ Τελευταίο βιβλίο του Π. Τσερόλα είναι το «Λόκι: η απόπειρα δολοφονίας μιας δολοφόνου φάλαινας» (Κέδρος, 2018).