Στάθηκα στο γλυκό και ήπιο φως του αποκαλόκαιρου, αποσβολωμένη μπροστά σε ένα ερημικό, γλυπτό σχεδόν, αμοργιανό ξωκλήσι από αυτά που είναι καμωμένα σε κλίμακα ανθρώπινη και σου έρχεται να τα αγκαλιάσεις. Από αυτά που δεν φτιάχτηκαν με την πρόθεση να είναι αριστουργήματα αλλά μέσα στην ταπεινότητα και την έξω από αισθητισμούς απόλυτη αφαίρεση της μορφής τους καταφέρνουν να είναι το κατ’ εξοχήν αριστουργηματικό ανθρώπινο τέχνημα.
Μικρό και μοναχό του, μέσα στη γύμνια του κυκλαδικού τοπίου, μου φάνηκε πως περιείχε χαμηλόφωνα όλη την πνευματικότητα του κόσμου. Τη συμπύκνωνε με την πυκνότητα και την ένταση του ποιητικού ρήματος.
Το ενδιαφέρον με αυτές τις μικρές αποκαλυπτικές στιγμές, όπου αναγνωρίζεις την ιδιότητα του μικρού να περιέχει το όλον, είναι ότι σου ξεπλένουν το βλέμμα κι ύστερα αρχίζεις και αναγνωρίζεις συγγενείς ποιότητες σε άλλα πράγματα τριγύρω σου: τοπία, χειρονομίες, μυρωδιές. Κι έτσι αρχίζεις και αποκωδικοποιείς τον κόσμο με έναν πιο εσωτερικό τρόπο και φτιάχνεις καινούργιες προσωπικές τοπογραφίες και μια άλλη συνειδητότητα.
Κατανοείς γιατί τελικά συγκινήθηκες από εκείνη την κατασκευή σε μια ράχη της Δονούσας, ένα μάτσο πέτρες βαλμένες χωρίς αρμό η μια πάνω στην άλλη, μάλλον για να βρίσκουν καταφύγιο τα ζώα από το ξεροβόρι, μια λίθινη κατασκευή που θα μπορούσε να είναι χθεσινή και προϊστορική συνάμα. Αναγνωρίζεις ότι ακριβώς αυτή η αχρονία του στοιχειώδους, πέτρινου αυτού κτίσματος σε βγάζει κι εσένα από την πεπερασμένη σου διάσταση, σε ταξιδεύει, σε κάνει κι εσένα λίγο αιώνιο για μια στιγμή.
Δυο μοναχικά κατσιασμένα δέντρα, που αγκαλιάστηκαν και γίνανε ένα μέσα σε ένα ξερό χωράφι περιγεγραμμένο από δυο ξερολιθιές που το πλαισιώνουν σαν κάδρο, είναι εικόνα αρχετυπική του Αιγαίου αλλά την ίδια ώρα και συμπυκνωμένος ήχος των αέρηδων που έχουν φυσήξει μέσα στους αιώνες και έχουν σαρώσει την πλαγιά όπου στέκονται τα σφιχταγκαλιασμένα δέντρα. Είναι συμπυκνωμένη βιωμένη ιστορία του τόπου και των ανθρώπων που έχουν πατήσει αυτή τη γη.
Το ίδιο κι ο ήχος από τα κουδούνια των κατσικιών που έρχεται από μακριά γίνεται ήχος της αιωνιότητας. Το ίδιο και ένα ανθρώπινο βλέμμα που μέσα του κουβαλάει όλη τη βιογραφία του προσώπου που το φέρει. Το ίδιο και το φιλί της μητέρας στο ενήλικο παιδί που κουβαλάει όλη τη μνήμη της μεταξύ τους σχέσης. Το ίδιο και ο τελευταίος ασπασμός σε νεκρό αγαπημένο πρόσωπο που σφραγίζει όλη την κοινή ζωή του ζωντανού με τον νεκρό.
Η ιστορία των ανθρώπων και των τόπων περικλείεται στο ελάχιστο κι όταν αποκτάμε συνείδηση της σχέσης μας με αυτή την αφαιρετική διάσταση των πραγμάτων, ο κόσμος μεγαλώνει μέσα από το μικρό. Χωρίς τη μαντλέν που βούτηξε μέσα στο τσάι του, ο Προυστ δεν θα είχε γράψει το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» κι ο «Πολίτης Κέιν» δεν θα ήταν τίποτε χωρίς το «rosebud». Η επαφή με το άγιο ελάχιστο είναι εκείνη που μετατρέπει τον βίο από διεκπεραίωση σε ποίηση..
* καλλιτέχνιδα, ακτιβίστρια
