ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέτρος Μανταίος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αντιγραφή από προσωπικό ημερολόγιο: «Κυριακή, 16 Αυγούστου, 7:19 πμ. Καιρός καλός, ελαφρό αεράκι και, σχετικά για Νότιο Πήλιο, χαμηλή υγρασία· ψιλόβρεξε χθες βράδυ. Αστραφτε όταν φύγαμε από την πλατεία, γύρω στις εντεκάμισι. Γιόρταζε η νύφη μου και μας έκανε το τραπέζι, στους ενήλικους. Τα παιδιά πηγαινοερχόντουσαν· κάτι τσιμπούσαν, στα όρθια· ποιος τα βάζει σε καρέκλα; μόνο το… tablet τα… καθηλώνει, στον κόσμο τους. Είχαμε κι εμείς τότε τα φλιπεράκια. Χαμός. Αλλά δεν ήταν αυτή η απέραντη σιωπή με τα δάχτυλα μόνο να κουνιούνται ότι υπάρχεις· κι από ήχο, μόνο βρισιές… με ψηφιακή εκσπερμάτωση.

»Πέρασα μετά από σπίτι φίλης· είδα φως και μπήκα!, κανένα μισάωρο. Κόσμος. Φίλοι οι πιο πολλοί. Στα όρια κορονοϊκής ασφάλειας! Πάντως, εύθυμη κατάσταση. Το διαλύσαμε ακριβώς με τις πρώτες ψιχάλες! Πώς το λέει ο Ελύτης; Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι; Ακριβώς έτσι· όλα τα ’χει ο μπαξές του Ιντερνετ! Γύρισαν και τα παιδιά· οι εγγονοί μου· έφηβοι πια. Ξάπλωσα μετά τις δώδεκα, με έναν Ελερι Κουήν. Τον είχα διαβάσει πριν από χρόνια. Κάτι κοινωνικά που διάβαζα, με ρίξανε στα βαθιά· παραλίγο να πνιγώ. Τα αστυνομικά είναι κάτι σαν σωσίβια. Οσο περισσότεροι φόνοι -αλλά όχι φόνοι αμπλαούμπλα, φόνοι με φινέτσα…- τόσο πιο ευφρόσυνη η ανάγνωση!

»Χάζευα χθες τη θάλασσα, μετά το κολύμπι, πίνοντας καφέ και περιμένοντας το λεωφορείο. Περί λογοτεχνίας η κουβέντα πίσω μου. Πεντέξι, άντρες και γυναίκες. Δεν έβλεπα. Ακουγα. Αθελά μου! Προφορά εντόπια. Αντρας: “Οι σημερινοί Ελληνες συγγραφείς είναι όλοι τους τρελαμένοι! Διαβάζεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα!”. Δεύτερος Αντρας: “Πού οι παλιοί!..”. Γυναίκα: “Η Πηνελόπη Δέλτα! Εχετε διαβάσει Πηνελόπη Δέλτα;..”. Δεύτερη Γυναίκα: “‘Τα Μυστικά του Βάλτου’! Απίθανο!”. Τρίτος Αντρας: “Ακόμα και το εξώφυλλο, ρε παιδιά! Εχετε δει το εξώφυλλο;…”». Απολάμβανα μονόπρακτο, αλλιώς θα τον ρωτούσα: “Το εξώφυλλο, ποιας έκδοσης;”.

»Αυτός με το εξώφυλλο σηκώθηκε, πέρασε από μπροστά μου, με μαγιό και σαγιονάρες, και κατευθύνθηκε στα μαγαζιά… εστιάσεως: “Να προλάβουμε και τίποτα! Σήμερα θα γίνεται της πουτάνας!”. Συμπαθέστατος. Περπάτησε μάλιστα λίγο στο νερό με τις σαγιονάρες. “Πάτα μια χαρακιά, ρε! Ποιο μπάνιο είναι αυτό που κάνεις τώρα;” τον πείραξε ο Δεύτερος Αντρας. “Το εικοστό έβδομο, νομίζω…” απάντησε, με χιούμορ.

»Καλοκαίρι. Ας είναι και με κορονοϊό και σε γενική επιφυλακή το άτιμο! Ηταν η ώρα δώδεκα. Σκηνή, στο λεωφορείο πια, από… ελληνικό κινηματογράφο μαυρόασπρο· δεκαετία του ’50 (Φωτόπουλος, Ρίζος, Αυλωνίτης και άλλοι ωραίοι…). Νεαρός ο οδηγός, με μάσκα μοντέλο… CV-19· ίδια και οι περισσότεροι επιβάτες, ελάχιστοι, πεντέξι. Μπαίνω, με τα ψιλά του εισιτηρίου στο χέρι: “Πού πάμε κύριος;…”, σε άπταιστα μάγκικα· Φωτόπουλος στο Σωφεράκι. “Λαύκος!” απαντάω συρτά, με προσποιητή μαγκιά, Αυλωνίτης στάιλ. “Ρίχτα!” μου λέει, α λα Ρίζος, και μου δείχνει, διά νευμάτων, τα ψιλά που κρατούσα και το σημείο… ρίψεως πλάι στο τιμόνι. Τα έριξα, πήρα τα ρέστα… πήρα από το μπαράκι ένα σακουλάκι πασατέμπο (να βάλουμε λίγη μυθοπλασία στην ιστορία, που, εκτός πασατέμπου, ήταν έτσι ακριβώς) και συνέχισα να βλέπω το έργο: Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει… σε νιοστή επανάληψη…