Λίγες μέρες μετά την 46η επέτειο από την επάνοδο στη δημοκρατία, τα σύννεφα του αυταρχισμού και της καθίζησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων πυκνώνουν τόσο εγχώρια, όσο και διεθνώς. Η σύγχρονη ακαδημαϊκή κοινότητα στον χώρο της Πολιτικής Επιστήμης, και ευρύτερα, μελετά τις αιτίες μιας συνολικότερης υποβάθμισης της ποιότητας της Δημοκρατίας σε διάφορες χώρες του πλανήτη (ΗΠΑ, Τουρκία, Ουγγαρία, Πολωνία κ.ά.). Στα καθ’ ημάς, δεδομένης της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που βίωσε η χώρα μας την τελευταία δεκαετία, πολλοί αναλυτές έχουν αναρωτηθεί κατά πόσο η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας συμπαρέσυρε και την ποιότητα της εγχώριας δημοκρατικής λειτουργίας.
Η κατακρήμνιση της εμπιστοσύνης των πολιτών στα κόμματα, η άνοδος στα πρώτα χρόνια της κρίσης του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, αλλά και ο περιορισμός –ελέω δανειακών δεσμεύσεων της χώρας– των νομοθετικών ελευθεριών των εκάστοτε κυβερνήσεων, έχει δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα σχετικά με τις μεσο-μακροπρόθεσμες συνέπειες της κρίσης στη λειτουργία του πολιτεύματος. Σε αυτό το επιβαρυμένο πολιτικό περιβάλλον, τον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν τρία ακόμα καίρια γεγονότα: η ανάληψη της αυτοδύναμης διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, η υγειονομική κρίση του κορονοϊού και η περαιτέρω όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων αναβαθμίζει σημαντικά τις ανησυχίες για τη δημοκρατική λειτουργία.
Κατακτώντας την αυτοδυναμία σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, ελέγχοντας τη συντριπτική πλειοψηφία δήμων και περιφερειών και έχοντας τη σχεδόν καθολική στήριξη των επιχειρηματικών-μιντιακών συμφερόντων, η ΝΔ κυβερνά υπό μια συνθήκη πολιτικής μονοκρατορίας. Η σταδιακή ανάδειξή της σε ηγεμονικό κόμμα βασίζεται στα παραπάνω στοιχεία, ενισχυόμενη περαιτέρω από την ύπαρξη δύο κοινοβουλευτικών σχηματισμών (ΚΙΝ.ΑΛΛ, Ελληνική Λύση) που στηρίζουν συγκεκριμένες και διακριτές κάθε φορά κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Εντάσσοντας σε αυτό το πλαίσιο την –παραδοσιακά– προνομιακή σχέση της Δεξιάς με ισχυρούς κρατικούς θεσμούς (Αστυνομία, Εκκλησία, Δικαιοσύνη, Στρατός), δημιουργείται ένα τοξικό μείγμα που απειλεί ευθέως την αναγκαία για τη δημοκρατική λειτουργία ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.
Με βάση αυτή τη λογική μπορεί να εξηγηθεί η ανενδοίαστη προώθηση νομοσχεδίων που περιορίζουν το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, συνεπικουρούμενων από μια εξόφθαλμη ριζοσπαστικοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, επιχειρείται συστηματικά μια προσπάθεια αποδόμησης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, βασιζόμενη στην εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης, καθώς και σε μυστικές ηχογραφήσεις, η προώθηση των οποίων συντονίζεται μαεστρικά από την πληθώρα των φιλοκυβερνητικών μέσων ενημέρωσης. Η απόκτηση τους, μαρτυρά τις ισχυρές προσβάσεις κυβερνητικών κύκλων σε υποτίθεται ουδέτερες κρατικές υπηρεσίες.
Στην ήδη προβληματική συνθήκη, ήρθε να προστεθεί η πανδημία του κορονοϊού, δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Οι κίνδυνοι που προέκυψαν από ενδεχόμενη μαζική μετάδοση του ιού στον πληθυσμό οδήγησαν σε σειρά περιοριστικών μέτρων με πολιτικές προεκτάσεις (π.χ. μειωμένη συμμετοχή των βουλευτών στην κοινοβουλευτική διαδικασία, κατακόρυφη αύξηση των ΠΝΠ), ενισχύοντας τη θεσμική ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, η επικοινωνιακή διαχείριση της κυβέρνησης που ανακοίνωνε τη πολιτική της με πρωθυπουργικά διαγγέλματα, προώθησε περαιτέρω την αντίληψη περί επιτελικού κράτους με ότι αυτό συνεπάγεται για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος. Παράλληλα, όπως αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην πρωτοφανή και σκανδαλώδη λίστα Πέτσα, η υγειονομική κρίση αποτέλεσε εξαιρετική ευκαιρία για σφιχτότερο εναγκαλισμό και μεγαλύτερη εξάρτηση των αδυνατισμένων από την έλλειψη ιδιωτικής διαφήμισης ΜΜΕ από την κυβερνητική εξουσία.
Το τοξικό για τη δημοκρατία κοκτέιλ έρχεται να συμπληρώσει η επιδείνωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το γιατί οι δύο πλευρές αδυνατούν να βρουν λύση στις χρονίζουσες διαφωνίες τους είναι μια τεράστια συζήτηση που ξεπερνά τον σκοπό της παρούσας ανάλυσης. Το ζήτημα είναι ότι η –οιονεί– απειλή στρατιωτικής σύρραξης αποτελεί προνομιακό πεδίο για την άνθιση συντηρητικών και εθνικιστικών δυνάμεων και στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Οι αυταρχικές ροπές που ενθαρρύνονται από αυτή την κατάσταση, ναρκοθετώντας τον υγιή δημόσιο διάλογο φάνηκαν ανάγλυφα στις ηχηρές κατηγορίες από κυβερνητικά στελέχη περί μειοδοσίας, σε όσους έχουν αναφερθεί στην ανάγκη προσφυγής στη Χάγη ή σε όσους μίλησαν για την ύπαρξη νεκρού μετανάστη στις διασυνοριακές ταραχές του Φεβρουαρίου-Μαρτίου στον Εβρο.
Αναλύοντας τον συνδυασμό των παραπάνω δεδομένων, προκύπτει ότι η Ελλάδα δεν έχει ανοσία σε πιθανές αρνητικές καταλήξεις, τύπου Ουγγαρίας ή Πολωνίας. Είναι ξεκάθαρο βέβαια, πως η διάβρωση της δημοκρατίας μας δεν είναι αντίστοιχη των συγκεκριμένων χωρών. Η μακροχρόνια επικράτηση ενός φιλελεύθερου και δημοκρατικού κοινοβουλευτικού υποδείγματος πρωτίστως, και δευτερευόντως η συμμετοχή της χώρας στον πυρήνα της Ε.Ε αποτελούν σημαντικά στοιχεία προστασίας από πιθανές απειλές αυταρχικοποίησης. Δεν αρκούν ωστόσο. Εχει καίρια σημασία να γίνει κατανοητή η υφέρπουσα δημοκρατική διάβρωση από εκείνα τα μέρη της κοινωνίας που πλήττονται περισσότερο από αυτήν την εξέλιξη.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ένα αληθινά δημοκρατικό καθεστώς δημιουργεί χώρο και ευκαιρίες για ουσιαστική συμμετοχή και βελτίωση της ζωής –πρωτίστως– των πιο ευπαθών τάξεων. Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται πιο αναγκαίο από ποτέ κοινωνικά κινήματα και προοδευτικά πολιτικά κόμματα να συντονιστούν και να δημιουργήσουν εκείνο τον ζωτικό πολιτικό χώρο που θα διασφαλίζει πως το ελληνικό έδαφος δεν είναι εύφορο στις ορμπανικές σπορές.
*μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης, Leiden Universiteit
