Την πόλωση των ψηφοφόρων στις ΗΠΑ τη γνωρίζουμε εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Από τη μια μεριά, η Ανατολική και Δυτική Ακτή, πολυπολιτισμικές και ανοικτές στην παγκοσμιοποίηση και, από την άλλη, οι Μεσοδυτικές Πολιτείες και ο Νότος, όπου κυριαρχούν τα φοβικά σύνδρομα της αναδίπλωσης στην ταυτότητα.
Η πόλωση έφθασε σε σημείο παροξυσμού την επαύριον της προεδρικής εκλογής του 2000, όταν ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Γκορ αμφισβήτησε επί ένα μήνα το οριακό αποτέλεσμα στη Φλόριντα, που καθιστούσε νικητή τον Μπους υιό.
Σήμερα η πόλωση κινείται προς τη μετάλλαξή της σε διχασμό με απρόβλεπτες επιπτώσεις και παρενέργειες εντός και εκτός ΗΠΑ.
Η έναρξη της Δίκης του Τραμπ ενώπιον της Γερουσίας θα συμπέσει, στις αρχές του 2020, με την έναρξη της κούρσας των προκριματικών εκλογών για την ανάδειξη των δύο αντιπάλων που θα διεκδικήσουν τον Λευκό Οίκο για την επομένη τετραετία.
Με άλλα λόγια, ο Τραμπ παραπέμπεται ως κατηγορούμενος την ώρα που ξεκινά την προεκλογική εκστρατεία για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών και στη συνέχεια για την επανεκλογή του.
Η διαδικασία για παραπομπή του Νίξον για την υπόθεση Γουοτεργκέιτ ξεκίνησε στο μέσο σχεδόν της δεύτερης τετραετίας του, ενώ η Δίκη του Κλίντον για την υπόθεση Λεβίνσκι διεξήχθη δύο χρόνια μετά την επανεκλογή του.
Με τα σημερινά δεδομένα, ο Τραμπ θα παραπεμφθεί μεν σε Δίκη από τη Βουλή των Αντιπροσώπων που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, αλλά δεν πρόκειται να υπάρξει στη γερουσία που ελέγχουν οι Ρεπουμπλικανοί η ενισχυμένη πλειοψηφία των δύο τρίτων που απαιτείται για την καθαίρεσή του.
Ετσι οι Δημοκρατικοί, μετά τη δίκη, θα επικεντρώσουν την προεκλογική εκστρατεία στα αποδεικτικά σε βάρος του στοιχεία για να κλονίσουν την αξιοπιστία του, ενώ, από τη μεριά τους, Τραμπ και Ρεπουμπλικανοί θα επενδύσουν στη θεωρία της συνωμοσίας του κατεστημένου.
Αν το σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ αφορούσε την περιφρούρηση της δημοκρατικής ομαλότητας, οι περιπέτειες του Τραμπ από την υπόθεση της ανάμειξης του Κρεμλίνου υπέρ της εκλογής του, το 2016, μέχρι την κατηγορία άσκησης εκβιαστικής πίεσης στον πρόεδρο της Ουκρανίας, ώστε να προκύψουν στοιχεία σε βάρος των Μπάιντεν, πατρός και υιού, κινούνται στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, οι σχέσεις της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα και το Κίεβο θα παραμείνουν παγωμένες, μέχρι να ξεκαθαρίσει ο δικαστικός, αλλά και εκλογικός ορίζοντας του Τραμπ.
Εξάλλου, σήμερα ουδείς μπορεί να προβλέψει αν η ιδιόρρυθμη προσωπική διπλωματία του Τραμπ έχει υιοθετήσει παρόμοιες μεθοδεύσεις σε ό,τι αφορά τις διμερείς σχέσεις των ΗΠΑ με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.
Τούτων λεχθέντων και ανεξάρτητα από τα αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία οι Δημοκρατικοί θα στοιχειοθετήσουν την παραπομπή του, δεν έχουν αρθρώσει μέχρι στιγμής πειστικό αντίλογο στη συνθηματολογία του τύπου «Πρώτα η Αμερική», ούτε και έχει ξεπροβάλει από τις τάξεις τους μια προσωπικότητα που να μπορεί να συσπειρώσει όλους όσοι δεν θέλουν την επανεκλογή του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου.
Η δυναμική της μετάλλαξης της ακραίας πόλωσης της αμερικανικής κοινωνίας σε διχασμό με απρόβλεπτες παρενέργειες προβάλλει πλέον ως μη αντιστρέψιμη.
Τα παραπάνω πολλαπλασιάζουν τη ρευστότητα και αβεβαιότητα για τον ρόλο των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2020.
