ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Σπ. Ζέρβας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα 200 έτη που συμπληρώνονται από την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, οι μορφές που εξέλαβε το ελληνικό πολιτικοδιοικητικό σύστημα ποικίλλουν. Από την πολυαρχία της επαναστατικής περιόδου, η οποία προκάλεσε τουλάχιστον δύο γενικευμένες εμφύλιες συρράξεις, που με τη σειρά τους έθεσαν την έκβαση της απελευθερωτικής προσπάθειας σε κίνδυνο, η ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων από τον Ιωάννη Καποδίστρια στις αρχές του 1828 μετέβαλε την ελληνική πολιτειακή οργάνωση σε αμιγώς συγκεντρωτική.

Ο πρόωρος θάνατος του Κερκυραίου κυβερνήτη το 1831 ωστόσο, η διετής αναρχία που επακολούθησε και η εν τέλει επιβολή του Οθωνα ως βασιλέα της Ελλάδος οδήγησαν στο να κυβερνηθεί η χώρα για περίπου μία 30ετία (1833-1862) μοναρχικά. Κατά τον ίδιο τρόπο διοικήθηκε το ελληνικό κράτος και στα πρώτα έτη της θητείας του Γεωργίου του Α’ (1864-1875), μολονότι η θέσπιση του Συντάγματος του 1864 είχε επιφέρει τη μετάβαση στο πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας.

Οι πρωτοβουλίες του Χαρίλαου Τρικούπη στα μέσα του 1875 ήταν εκείνες που άρχισαν να προσδίδουν κοινοβουλευτικά στοιχεία στο εν Ελλάδι πολιτικοδιοικητικό σύστημα, ενώ, από τη στιγμή που ανέλαβε πρωθυπουργικά καθήκοντα ο Μεσολογγίτης πολιτικός, έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της μια «πρώιμη» μορφή πρωθυπουργοκεντρισμού.

Πράγματι, από την έναρξη της τρικουπικής κυβερνητικής περιόδου πρωτοεμφανίστηκε ο πρωθυπουργοκεντρισμός στο ελληνικό κράτος. Η παράλληλη με το πρωθυπουργικό αξίωμα κατοχή της ηγεσίας σχεδόν των μισών υπουργείων, η ανάληψη πρωτοβουλιών σε κάθε πεδίο δημόσιας πολιτικής και η επιβολή της βούλησης του Τρικούπη επί των υπόλοιπων κυβερνητικών μελών προσέδωσαν σύντομα στην ελληνική πολιτεία αμιγώς πρωθυπουργοκεντρικά στοιχεία.

Τα εν λόγω στοιχεία, πάντως, περιορίζονταν αποκλειστικά στο εσωτερικό της κυβέρνησης και επ’ ουδενί στο σύνολο του πολιτικού συστήματος, αφού η παρουσία ενός ανώτατου άρχοντα με αυξημένες, μάλιστα, αρμοδιότητες λειτουργούσε ανέκαθεν ως αντίβαρο απέναντι στις ενέργειες του εκάστοτε κυβερνητικού συνόλου, πόσο μάλλον εκείνου του Ελευθερίου Βενιζέλου στα μέσα της δεκαετίας του 1910. Στο σύνολο του πολιτικού συστήματος επεκτάθηκαν εν τέλει από το 1924 και μετά, οπότε η μικρασιατική τραγωδία του 1922 επέφερε την ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Ο συνδυασμός της αβασίλευτης μορφής του πολιτεύματος, στο οποίο ηγείτο ένας πρόεδρος με εξαιρετικά περιορισμένες αρμοδιότητες, με τη νέα βενιζελική περίοδο κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920 άρχισε να εδραιώνει τον πρωθυπουργοκεντρισμό ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος.

Η υπεροχική παρουσία του Χανιώτη κυβερνητικού αρχηγού σε κάθε τομέα δημόσιας πολιτικής, εξαιτίας της ελλείψεως θεσμικών φραγμών απέναντι στην κυβερνητική εξουσία, είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωση της πρωθυπουργοκεντρικής εκδοχής του ελληνικού πολιτεύματος έως και την παλινόρθωση της δυναστείας των Γκλίξμπουργκ στα 1935. Αντίστοιχη, άλλωστε, ήταν εν τη γενέσει της και η εκδοχή της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας έπειτα από τη μεταπολίτευση του 1974 και την ψήφιση του Συντάγματος του 1975.

Καίτοι ο Καταστατικός Χάρτης του 1975 απένειμε αυξημένες εξουσίες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αυτές λειτουργούσαν ως ένα ύστατο καταφύγιο σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Για τον λόγο αυτό οι εν λόγω «υπερεξουσίες» ουδέποτε ενεργοποιήθηκαν, με την ελληνική πολιτεία να λειτουργεί ξανά εντός κυβερνητικών ή ακόμα και πρωθυπουργοκεντρικών πλαισίων.

Η κατάργησή τους, πάντως, κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986 και η μεταφορά τους, αμέσως ή εμμέσως, στην κυβέρνηση και τον πρόεδρό της σήμαναν την εδραίωση του αμιγώς «επιθετικού» πρωθυπουργοκεντρισμού στο ελληνικό πολιτικοδιοικητικό σύστημα, αφού από τους δύο προεκτεθέντες θεσμούς εξαρτώνται -ή και ελέγχονται- όλοι οι υπόλοιποι φορείς εξουσίας, δηλαδή η Βουλή, η διοίκηση, ακόμα και η Δικαιοσύνη και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Στην ίδια πεπατημένη, άλλωστε, πορεύτηκε και η πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση.

Παρ’ όλο που η αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από την πρόωρη διάλυση της Βουλής είχε καταστεί αδήριτη ανάγκη για τη μη επανάληψη των σκηνικών του 2009 και του 2014, όταν επίδοξοι κυβερνήτες εκμεταλλεύτηκαν την πρώτη για την ταχύτερη αναρρίχησή τους στην πολιτική εξουσία, πλήττοντας εν τέλει τόσο τον προεδρικό θεσμό όσο και τη χώρα, η εφεξής δυνατότητα εκλογής νέου ΠτΔ με τις ψήφους της απόλυτης ή και της σχετικής πλειοψηφίας της Βουλής σαφώς και δεν υπηρετεί τον προεκτεθέντα σκοπό.

Αντιθέτως, αυξάνει έτι περαιτέρω την επιθετικότητα του εν Ελλάδι πρωθυπουργοκεντρισμού, ταυτόχρονα δε αποξηλώνει ακόμα και τα συμβολικά στοιχεία του αποψιλωμένου ήδη από το 1986 προεδρικού αξιώματος. Μάλιστα, όσο κι αν ο νυν πρωθυπουργός διαβεβαιώνει πως η επιλογή της παρούσας κυβερνητικής πλειοψηφίας θα τύχει ευρείας κοινοβουλευτικής αποδοχής, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί τι μέλλει γενέσθαι σε μια αντίστοιχη διαδικασία προεδρικής εκλογής.

Γι’ αυτό και στον βωμό τής ασφαλώς απαιτούμενης κυβερνησιμότητας και κατ’ επέκταση της κρατικής αποτελεσματικότητας σαφώς και αντενδείκνυται να θυσιάζει κανείς την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

* διδάκτορας Διοικητικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών