Σε μια χώρα που από την περίοδο της επίπλαστης ευημερίας, λόγω των συνθηκών του φτηνού δανεισμού που πρόσφερε η ένταξή της στην ευρωζώνη, οδηγήθηκε στο χείλος της χρεοκοπίας και σε αποσύνθεση της κοινωνικής συνοχής, τι είναι επίκαιρο και άξιο δημοσιογραφικού σχολιασμού;
Την περίοδο της δεξιάς διακυβέρνησης, το μείγμα της καταστροφικής πολιτικής, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής που υπαγορεύτηκε από τα δύο πρώτα μνημόνια, βαφτίστηκε «success story» και η κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, «απαραίτητο βήμα». Η μείωση του κατώτατου μισθού και η θεσμοθέτηση του υποκατώτατου, η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι διαθεσιμότητες, οι οριζόντιες περικοπές στις συντάξεις ήταν «μεταρρυθμίσεις» και οι πολίτες που εξαθλιώθηκαν, παράπλευρες απώλειες. Για τα ΜΜΕ της εποχής, βέβαια, το πρόβλημα ήταν οι διαδηλώσεις που παρέλυαν την οικονομία και οι «αγανακτισμένοι» στο Σύνταγμα, την ίδια στιγμή που καλλιεργούσαν το σύνδρομο της συλλογικής ενοχής στους πολίτες, με το «όλοι μαζί τα φάγαμε». Δεν συνέβησαν αυτά στο μακρινό παρελθόν, αλλά τεσσεράμισι χρόνια πριν.
Σήμερα που η χώρα βγήκε από τη μέγκενη των μνημονιακών δεσμεύσεων, η θεματολογία που επιλέγουν τα περισσότερα ειδησεογραφικά μέσα να προβάλλουν ως επικαιρότητα, είναι εντελώς διαφορετική.
Κάθε επιτυχία που σημειώνει η κυβέρνηση στα εργασιακά, όπως η αύξηση του κατώτατου και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, είτε υποβαθμίζεται ως είδηση, είτε προβάλλεται ως αρνητική για την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Για το γεγονός της εξόδου της χώρας στις αγορές, επιδίδονταν σε άσχετους συμψηφισμούς και συγκρίσεις με άλλες χώρες, καθώς ακυρωνόταν το αφήγημά τους περί τέταρτου μνημονίου.
Για τις «τομές» στην εξωτερική πολιτική της χώρας, όπως τις συνόδους των χωρών του Νότου, δεν έκαναν ιδιαίτερη αναφορά. Για τη Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία χαιρέτισε σύσσωμη η διεθνής κοινότητα, κατέφυγαν σε θεωρίες συνωμοσίας, λησμονώντας την εθνική γραμμή που τηρήθηκε στο ακέραιο, ενώ πρόβαλαν θέσεις που από την ελληνική διπλωματία είχαν εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες (καμία χρήση του όρου «Μακεδονία»), τροφοδοτώντας τη ρητορική της Ακροδεξιάς.
Για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους με προσλήψεις σε Υγεία και Παιδεία επικρατεί σιγή, χρεώνοντας στον ΣΥΡΙΖΑ παθογένειες δεκαετιών. Ακόμη και σε ζητήματα κοινωνικής παραβατικότητας, τη στιγμή που τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν μείωση, οι αναφορές των περισσότερων μέσων ενημέρωσης δίνουν την εντύπωση πως πριν από το 2015 η εγκληματικότητα ήταν «άγνωστη» στον τόπο μας.
Η επικαιρότητα διαμορφώνεται σε κλειστές αίθουσες με βάση τη σκοπιμότητα και όχι την πραγματικότητα, ενώ τα fake news διαμορφώνουν συνειδήσεις τμήματος της κοινωνίας που δέχεται καταιγισμό ανεπιβεβαίωτων «πληροφοριών». Επαναλαμβανόμενα τσιτάτα περί «γενικευμένης ανομίας», «σχέσεων με την τρομοκρατία», «παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη» έχουν την τιμητική τους.
Αν όμως κάτι αποφεύγει να αναδείξει η Ν.Δ. και τα φιλικά της μέσα, είναι το πρόγραμμά της και να απαντήσει:
Είναι ξεπερασμένο το 8ωρο και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας;
Είναι ιδεοληψία του ΣΥΡΙΖΑ η καθολική πρόσβαση των πολιτών στο δημόσιο σύστημα υγείας;
Επιμένουν στην ιδιωτική ασφάλιση για τις επικουρικές που θα οδηγήσει σε κατάρρευση τις συντάξεις;
Το Δημόσιο πρέπει να συρρικνωθεί με βάση τον κανόνα «1 πρόσληψη για 5 αποχωρήσεις», να τεθούν σε διαθεσιμότητα δημόσιοι υπάλληλοι και να αναλάβουν υπηρεσίες ξανά οι εργολάβοι;
Αλλά ποιος να ασχοληθεί με αυτά τα ερωτήματα όταν τη χώρα κυβερνούν οι «Μαδουραίοι»;
*Φιλόλογος, μέλος της Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ
