Τελείωσα χθες το βιβλίο του Γιώργου Μαυρογορδάτου «1915 – Εθνικός Διχασμός». Δικός μου τίτλος: «Τ’ είχες Γιάννη, τ’ είχα πάντα». Μονοτονία θλίψης, με νεκρούς, τραυματίες, εκτελέσεις, απότακτους, επίστρατους, φυλακισμένους, εξόριστους, δηλώσεις μετανοίας, βασιλιάδες, αγάδες, δεσποτάδες και το ανώνυμο πλήθος, ο λαός, που άγεται και φέρεται, οπλίζεται (τον οπλίζουν), φανατίζεται και χτυπάει όπου βρει και όπου του δείξουν.
Αυτοί είναι οι εμφύλιοι και αυτοί οι διχασμοί. Κανείς δεν γλιτώνει. Πρώτο θύμα η λογική. Δεύτερο, η δικαιοσύνη. Τρίτο –και μεγαλύτερο– η Ιστορία· καθείς και το «τροπάρι» του, το «δοξαστικό» της εαυτού παρατάξεως και το ανάθεμα του αντιπάλου. Και ακολουθούν: το μίσος, σαν το παλιό κρασί, που όσο παλιώνει γίνεται δυνατότερο, μόνο που το μίσος ξιδιάζει, η μισαλλοδοξία, η εκδίκηση. Ολα στο ίδιο πανέρι προς εμπορία εκπτώσεων. Διάλυση. Τάλιρο το κομμάτι. Ντουμπλ-φας. Αλλο χρώμα μέσα, άλλο έξω και εναλλάξ: το έξω γίνεται μέσα γυρίζοντας τα μανίκια και τούμπαλιν.
Γωνία Γλάδστωνος και Πατησίων πριν και μετά 76 χρόνια. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, εύψυχοι Ελληνες (λεβέντες θα τους έλεγε η λαϊκή μούσα), οπλισμένοι με ελευθερία και νιότη, μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ (Πανελλήνιος Ενωσις Αγωνιζομένων Νέων), ανατινάζουν τα γραφεία της ναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ (Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις, σκοπούσα στην επιστράτευση Ελλήνων στο πλευρό της Βέρμαχτ, με έμβλημα τον αγκυλωτό σταυρό «καρφωμένο» στην ελληνική σημαία).
Εβδομήντα έξι χρόνια μετά, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, επίσης Γλάδστωνος και Πατησίων, δύο Ελληνες, μέλη της κοινωνίας «ευυπολήπτων» και «φιλησύχων» πολιτών, πατούν στο κεφάλι –πιθανόν και αποτελειώνουν– πεσμένον και ανήμπορο να αντιδράσει νεαρό φερόμενον ως «επίδοξο ληστή» κοσμηματοπωλείου. Κάθε εποχή και τα πρότυπά της. Ολοι εναντίον όλων, αδιακρίτως…
