Την περασμένη εβδομάδα, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ έκανε περίεργες όσο και αρκούντως ακατανόητες παρατηρήσεις σχετικά με τα αιολικά πάρκα της χώρας του, τα οποία κατ’ αυτόν αποτελούν κατώτερη πηγή ενέργειας, το υπουργείο Ενέργειας κυκλοφόρησε την έκθεση για την «Τεχνολογία ανέμου του 2017», καταδεικνύοντας ότι η αιολική ενέργεια είχε ένα εξαιρετικά επιτυχημένο έτος.
Σε τέσσερις Πολιτείες -Αϊόβα, Οκλαχόμα, Κάνσας και Νότια Ντακότα-, ο άνεμος συνέβαλε στο 30% – 37% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κάθε Πολιτείας.
Αυτές βεβαίως αποτελούν μάλλον μοναδικές περιπτώσεις κι αυτό επειδή οι Πολιτείες είναι αραιοκατοικημένες και επωφελούνται από περιοχές όπου ο άνεμος πνέει με υψηλές ταχύτητες.
Ωστόσο, το ποσοστό αιολικής ενέργειας αυξάνεται και σε πολλές ακόμη αμερικανικές Πολιτείες. Ειδικότερα, δεκατέσσερις Πολιτείες παρήγαγαν πάνω από το 10% της ενέργειάς τους από τον άνεμο. Σε ευρύτερη κλίμακα, ωστόσο, ο άνεμος συνέβαλε στην παραγωγή μόνο του 6,3% του συνόλου της εθνικής ενέργειας, ποσοστό αυξημένο κατά 0,6% συγκριτικά με το 2016.
Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ βρίσκονται πίσω από αρκετές χώρες αναφορικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από τον άνεμο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας, «η ικανότητα αιολικής ενέργειας στην Αμερική εκτιμάται ότι παρέχει το ισοδύναμο του 48% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στη Δανία και περίπου το 30% της ζήτησης στην Ιρλανδία και στην Πορτογαλία».
Οπως μάλιστα αναφέρει, φέτος η Πορτογαλία είχε αρκετές ημέρες, τον Μάρτιο, που η παροχή ανανεώσιμης ενέργειας υπερέβαινε τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Γεγονός, πάντως, παραμένει ότι, βάσει της έκθεσης του αμερικανικού υπουργείου, οι επενδυτές δαπάνησαν συνολικά 11 δισεκατομμύρια δολάρια το 2017, για να προσθέσουν 7 γιγαβάτ αιολικής ενέργειας στο αμερικανικό δίκτυο.
Φυσικά, ο άνεμος είναι μια μεταβλητή πηγή ενέργειας, με αποτέλεσμα οι ανεμογεννήτριες να μη δίνουν σταθερή παροχή στο δίκτυο. Αλλά ο άνεμος έχει συντελεστή χωρητικότητας συγκρίσιμο με αυτόν της υδροηλεκτρικής ενέργειας.
Ειδικότερα, ο άνεμος στέλνει ποσοστό ηλεκτρικού ρεύματος στο δίκτυο 34% τον χρόνο και η υδροηλεκτρική ενέργεια παράγει ηλεκτρισμό περίπου 37 με 38 % ετησίως, ενώ πρόσφατα στις ΗΠΑ, ο άνεμος ξεπέρασε την παραγωγή ηλεκτρισμού από υδροηλεκτρικές πηγές, όπως λόγου χάρη τα φράγματα.
Μέρος της αύξησης της αιολικής ενέργειας στο δίκτυο δεν αφορά μόνο την κατασκευή περισσότερων ανεμογεννητριών αλλά την κατασκευή στροβίλων που μπορούν να μεταφέρουν περισσότερη ενέργεια.
Κι αυτό επειδή οι μεγαλύτεροι ρότορες διευκολύνουν τις ριπές ανέμου στην παραγωγή περισσότερης ηλεκτρικής ενέργειας με κάθε πλήρη περιστροφή τους. Και καθώς η τεχνολογία των στροβίλων βελτιώνεται και καθίσταται διαρκώς φθηνότερη, οι διάμετροι του στροφέα έχουν αυξηθεί, επιτρέποντας σε νέες εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας να έχουν μέση χωρητικότητα 2,32 Μεγαβάτ ανά στρόβιλο, ποσοστό 8% υψηλότερο από το 2016 και 224% (!) περισσότερο από ό,τι διέθεταν οι ανεμογεννήτριες πριν από 20 χρόνια.
Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας εκτιμά ότι οι ιδιοκτήτες αιολικών πάρκων συνάπτουν συμβάσεις που ονομάζονται «συμφωνίες αγοράς ενέργειας», γνωστές ως PPA, που είναι πολύ χαμηλές, φθάνοντας ακόμη και τα μόλις 20 δολάρια για την παραγωγή ενός μεγαβάτ ανά ώρα.
Από την πλευρά τους, οι ιδιοκτήτες αιολικών πάρκων καθορίζουν τις τιμές τους με βάση διάφορους παράγοντες, όπως το κόστος εγκατάστασης του αιολικού πάρκου, το λειτουργικό κόστος (το οποίο φυσικά δεν περιλαμβάνει κόστος καυσίμων, σε αντίθεση με τις μονάδες ορυκτών καυσίμων), καθώς και τα επιτόκια.
Επί του παρόντος, η κρατική πίστωση στον φόρο παραγωγής συμβάλλει επίσης στη διατήρηση χαμηλών τιμών στις συμφωνίες αυτές, καθώς επιτρέπει στους ιδιοκτήτες αιολικών πάρκων να λαμβάνουν μικρή φορολογική πίστωση ανά μονάδα αιολικής ενέργειας που παράγουν.
Συμπερασματικά, καθίσταται προφανές ότι οι ΗΠΑ έχουν ακόμη αρκετό δρόμο να διανύσουν αναφορικά με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τη δύναμη του Αίολου, με την ελπίδα βεβαίως ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα πάψει να βλέπει αυτή τη μορφή παραγωγής ενέργειας ως… κατώτατη, καθώς και να δώσει μια σειρά νέων κινήτρων για την παραγωγή ηλεκτρισμού από «πράσινες» μορφές ενέργειας.
