Το μεταδημοκρατικό παράδοξο

colin_crouch-.jpg

Το μεταδημοκρατικό παράδοξο Το όνομα του Κόλιν Κράουτς έχει συνδεθεί με την έννοια της «μεταδημοκρατίας»

Το όνομα του Βρετανού κοινωνιολόγου Κόλιν Κράουτς έχει συνδεθεί με την έννοια της «μεταδημοκρατίας». Στο βιβλίο του με αυτό τον τίτλο («Μεταδημοκρατία», Εκκρεμές, 2006) ο Κράουτς ανέλυε κριτικά την ολιγαρχική παρέκκλιση των σύγχρονων δημοκρατιών. Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί επίσης το έργο του «Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού» (Εκκρεμές, 2014). Η ακόλουθη συνέντευξη του Κόλιν Κράουτς δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα Il Manifesto.

• Εδώ και χρόνια η συζήτηση για τη δημοκρατία κατέχει σημαντική θέση στον στοχασμό φιλοσόφων, οικονομολόγων, κοινωνιολόγων. Εσείς έχετε γράψει για τα μεταδημοκρατικά πολιτικά καθεστώτα που χαρακτηρίζονται από ένα παράδοξο: σε αυτά ισχύουν όλα τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κατέκτησε η νεωτερικότητα, αλλά τα κέντρα απόφασης χαρακτηρίζονται από λογικές που δύσκολα μπορούν να υποβληθούν στον έλεγχο των πολιτών. Παρακολουθούμε δηλαδή μια αλλαγή της κρατικής μορφής. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τι εννοείτε με τον όρο «μεταδημοκρατία»;

Ναι, ζούμε μια παράδοξη κατάσταση, όπως υποδείξατε. Εκτός από παράδοξο, τα ευρωπαϊκά πολιτικά καθεστώτα και το αμερικανικό είναι και μια μορφή ατροφίας της δημοκρατίας. Η παγκοσμιοποίηση το καθιστά φανερό, όπως καθιστά πρόδηλο το γεγονός ότι η δημοκρατία (η οποία παραμένει κυρίως εθνική) παύει να υπάρχει στο κατώφλι των χώρων όπου παίρνονται οι πιο σημαντικές αποφάσεις για την οικονομία. Η παρακμή των ταξικών και των θρησκευτικών ταυτοτήτων, οι οποίες αποτελούσαν θεμελιώδη στοιχεία για τον ορισμό των πολιτικών ταυτοτήτων στις πρώτες δεκαετίες των διαδικασιών εκδημοκρατισμού, στερεί τους εκλογείς από δεσμούς με τον πολιτικό κόσμο.

Το μεταδημοκρατικό παράδοξο

Ακόμη και τα πολιτικά κόμματα όμως αισθάνονται ήδη μακριά από τον πληθυσμό και χρησιμοποιούν τις μεθόδους του «μάρκετινγκ» ως υποκατάστατο των ανύπαρκτων δεσμών με όσους θα έπρεπε να αντιπροσωπεύουν. Η αύξηση της ανισότητας καθιστά, τέλος, πολύ πιο εύκολο για τις ελίτ και τις μεγάλες επιχειρήσεις να ελέγχουν την πολιτική. Αυτό συνεπάγεται έναν μετασχηματισμό της μορφής του κράτους. Παρακολουθούμε τη διαμόρφωση ενός μεταφεουδαλικού κράτους, το οποίο βρίσκεται σταθερά στα χέρια της νέας αριστοκρατίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Πρόκειται ωστόσο για ένα κράτος που έχει δημοκρατική νομιμοποίηση. Στις ελίτ δεν χρησιμεύει πλέον μια δικτατορία για να ασκούν την εξουσία.

• Παράλληλα με τη συζήτηση για τη δημοκρατία διεξάγεται και εκείνη για τον «μαρασμό» του έθνους-κράτους, δεδομένης της εκχώρησης κυριαρχίας σε υπερεθνικούς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου ή η Παγκόσμια Τράπεζα.

Ο «μαρασμός» του έθνους-κράτους είναι μπροστά στα μάτια όλων. Κατά τη γνώμη μου όμως τα πράγματα είναι περίπλοκα. Στο φως της παγκοσμιοποίησης, που αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο θεωρώ θετικό, χρειάζεται να υπερβούμε το έθνος-κράτος, επειδή είναι ένας τρόπος οργάνωσης και διαχείρισης της δημόσιας ζωής ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας.

Χρειαζόμαστε αυτούς τους υπερεθνικούς θεσμούς. Αντί να τους καταργήσουμε, θα πρέπει ωστόσο να εργαστούμε για τον εκδημοκρατισμό τους. Αυτό ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση direculer pour mieux sauter, όπως λένε οι Γάλλοι, δηλαδή να υποχωρήσουμε λίγο για να πραγματοποιήσουμε καλύτερα ένα άλμα προς τα μπρος.

• Η πολιτική και κοινωνική Ευρώπη είναι το αντικείμενο του πόθου του ευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού. Ωστόσο, η Ευρώπη φαίνεται να είναι το κοινωνικό και πολιτικό εργαστήρι ενός νεοφιλελευθερισμού που βρίσκεται βέβαια σε κρίση, αλλά είναι ακόμη αρκετά ισχυρός ώστε να επιβάλλει πολιτικές δρακόντειας λιτότητας.

Υπήρχε πάντοτε μια ένταση στην ευρωπαϊκή πολιτική ανάμεσα στον νεοφιλελευθερισμό και σε μια κοινωνική πολιτική, με τον πρώτο να έχει την ηγεμονία. Εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το αρχικό σχέδιο ήταν η δημιουργία μιας κοινής αγοράς. Η «εμπορευματοποίηση» όμως, μολονότι συνεπιφέρει ορισμένα πλεονεκτήματα, παράγει κοινωνικές ζημιές. Από αυτή την άποψη, η εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών είναι αναγκαία για να επιδιορθωθούν οι ζημιές που προκλήθηκαν από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Για να συνοψίσουμε: όσο περισσότερο διαδίδεται η «εμπορευματοποίηση» τόσο περισσότερο πρέπει να ενισχύεται η δράση για να αναπτυχθούν κοινωνικοπολιτικές παρεμβάσεις προκειμένου να τεθούν όρια και φραγμοί.

Αυτό γινόταν, τμηματικά έστω, κατά τις εργασίες των ευρωπαϊκών επιτροπών στις οποίες πρόεδροι ήταν ο Ντελόρ και ο Πρόντι. Αυτό που λείπει σήμερα είναι αντίθετα το έργο «αντιστάθμισης» που μπορεί να γίνει μόνον από μέρους της πολιτικής. Και αυτή είναι μια όψη του θριάμβου της μεταδημοκρατίας. Προκειμένου να αναπτυχθεί μια κοινωνική Ευρώπη, χρειάζονται διαμαρτυρίες και κινητοποιήσεις των πολιτών. Μόνον έτσι οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες και οι άλλοι θεσμοί (τόσο οι εθνικοί όσο και οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς) θα μπορέσουν να αλλάξουν την ατζέντα τους.

• Σε όλο τον κόσμο έχουν αυξηθεί οι κοινωνικές ανισότητες. Και αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση τη δημοκρατία. Στην τριακονταετία κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, φαίνεται να υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση εξουσίας στην κοινωνία. Λίγες εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα έχουν εισοδήματα και εξουσίες πολύ μεγαλύτερα από εκείνα της πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Αυτό το θέμα βρίσκεται στο επίκεντρο αναλύσεων όχι μόνον έγκυρων μελετητών όπως ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Τομά Πικετί, αλλά και οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Από τις αναλύσεις τους αναδύεται ένα κοινό στοιχείο: η αρνητική οικονομική επίπτωση που οφείλεται στην αύξηση των ανισοτήτων. Συμφωνώ όμως με τον Στίγκλιτς όταν υποστηρίζει ότι υπάρχουν και πολιτικές επιπτώσεις της αύξησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Η κυριότερη είναι ότι ο οικονομικός πλούτος μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική ισχύ, η οποία με τη σειρά της μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποκτηθούν πρόσθετα οικονομικά πλεονεκτήματα. Είναι όμως στο χέρι μας να διακόψουμε αυτή την αρνητική εξέλιξη που τροφοδοτείται από την «ανάπτυξη που βασίζεται στην αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων».

• Σε ένα από τα πρώτα βιβλία σας, που γράψατε και επιμεληθήκατε μαζί με τον Αλεσάντρο Πιτσόρνο, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι η ταξική σύγκρουση θα οδηγούσε στην εδραίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Το βιβλίο εκδόθηκε όταν άρχιζε να φυσάει ο νεοφιλελεύθερος άνεμος. Από τότε τα κοινωνικά δικαιώματα υπήρξαν ο προτιμώμενος στόχος πολλών πολιτικών στην Ευρώπη, ενώ η προσωρινή απασχόληση προκάλεσε την υπερβολική αύξηση της στρατιάς των «φτωχών εργαζόμενων» (working poor) στην Ευρώπη. Πώς βλέπετε την κατάσταση των εργασιακών σχέσεων στον καπιταλισμό;

Η παρακμή των συνδικάτων -που προκλήθηκε κυρίως από την παρακμή της μεγάλης βιομηχανίας και την αύξηση των μη οργανωμένων μεταβιομηχανικών τομέων- κατέστησε πιο εύκολη την επίθεση εναντίον των κοινωνικών δικαιωμάτων. Είναι σημαντικό ωστόσο να κατανοήσουμε τις αλλαγές στην εργασία. Οι εργατικές και συνδικαλιστικές κατακτήσεις της δεκαετίας του 1970 είχαν ως υπόβαθρο μια βιομηχανική οικονομία, η οποία προφανώς δεν έχει εκλείψει, αλλά σημαδεύεται από τις συνεχείς και απότομες οικονομικές αλλαγές.

Η έκβαση των βαθιών και δραματικών οικονομικών μετασχηματισμών είναι ο «αφανισμός» ολόκληρων παραγωγικών τομέων σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. Από δω προκύπτει η αναγκαιότητα να επεξεργαστούμε νέες τυπολογίες δικαιωμάτων για την υπεράσπιση της εργασίας. Αν οι εργαζόμενοι είναι υποχρεωμένοι να ζουν λιγότερο ή περισσότερο μεγάλες περιόδους ανεργίας, χρειάζονται μια γενναιόδωρη αμοιβή για να συνεχίσουν να ζουν. Ταυτόχρονα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης που θα αποσκοπούν στην εξεύρεση νέας εργασίας. […]