Ο κύριος επιστημονικός και πολιτικός στόχος του Τομά Πικετί είναι να συμβάλει στη θεμελίωση ενός λιγότερο άνισου –ή αλλιώς περισσότερο δίκαιου– κόσμου. Αυτό καταδεικνύει και η ανάγνωση σημαντικών έργων του, όπως «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» (Πόλις 2014), «Κεφάλαιο και ιδεολογία» (Πατάκης 2021), «Μικρή ιστορία της ισότητας» (Πατάκης 2023) κ.ά. Ο Πικετί υπογραμμίζει ότι οι ανισότητες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναπόφευκτες. Αποτελούν τον μολυσμένο καρπό μεταβαλλόμενων κοινωνικών και οικονομικών δομών, θεσμικών και ιδεολογικών επιλογών, που μπορούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αλλάξουν. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του (δημοσιεύτηκε στην «Κοριέρε ντελα Σέρα» την 1/2/26), ο Πικετί συνόψιζε τις κυριότερες διαστάσεις του φαινομένου της ανισότητας: «Υπάρχουν πρώτα απ’ όλα οι οικονομικές ανισότητες, που συνδέονται με το εισόδημα και την περιουσία. Σήμερα στον κόσμο το πλουσιότερο 10% κατέχει από το 25% ώς το 70% του συνολικού εισοδήματος ανάλογα με τις χώρες. Το φτωχότερο 50% κατέχει αντίθετα ένα ποσοστό μεταξύ του 5% και του 25%. Τα μικρότερα επίπεδα ανισότητας εντοπίζονται στη Βόρεια Ευρώπη, ενώ τα μεγαλύτερα στη Νότια Αφρική. Αναφορικά με την περιουσία, οι ανισότητες είναι ακόμη πιο έντονες. Το πλουσιότερο 10% κατέχει μεταξύ του 60% και του 90% του πλούτου, ενώ το φτωχότερο 50% κατέχει κατά μέσο όρο το 5%. Μολονότι ο εικοστός αιώνας κατέγραψε μια “μακρά πορεία” προς την εισοδηματική ισότητα, οι πρόοδοι στο πεδίο της περιουσίας υπήρξαν μάλλον περιορισμένες. Μια άλλη σημαντική διάσταση της ανισότητας είναι η ανισότητα με βάση το φύλο. Οι γυναίκες εισπράττουν μόνον το 35%, περίπου, του εισοδήματος από εργασία στην Ευρώπη. Σε πολλές χώρες το ποσοστό είναι πολύ χαμηλότερο. Η οικονομική πατριαρχία παραμένει ένα δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού».
Οσο για τους παράγοντες που τροφοδότησαν τη μακρά πορεία προς την ισότητα, ο Πικετί τονίζει ότι ο κυριότερος ήταν η πολιτική κινητοποίηση και οι αγώνες των εργαζομένων. «Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Σουηδία. Στα τέλη του 19ου αιώνα, αυτή η χώρα χαρακτηριζόταν από έντονες ανισότητες. Μόνον το 20% των πλούσιων ανδρών μπορούσε να ψηφίζει. Κάθε εκλογέας μπορούσε να έχει μέχρι και χίλιες ψήφους, ανάλογα με το επίπεδο του πλούτου. Υπήρχαν τοπικές κοινότητες στις οποίες ένας μόνον εκλογέας διέθετε το 50% των ψήφων. Επιπλέον, μπορούσαν να ψηφίζουν ακόμη και οι επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα. Ηταν ένα σύστημα φτιαγμένο σκόπιμα, προκειμένου να διατηρούνται η εξουσία και τα προνόμια της αριστοκρατίας. Μια συμμαχία εργατών και αγροτών κατέκτησε την καθολική ψήφο το 1920 και, το 1932, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κατέκτησε την κυβέρνηση, την οποία διατήρησε επί έξι δεκαετίες. Χάρη στην προοδευτική φορολογία και το κράτος πρόνοιας, η Σουηδία μετασχηματίστηκε και έγινε η πιο εξισωτική χώρα του κόσμου.
Με δυο λόγια, όλα εξαρτώνται από το ποιος ελέγχει το κράτος και από τους στόχους που επιδιώκει. Η φύση δεν έχει καμιά σχέση με αυτά, η κουλτούρα βοηθά, η πολιτική αποφασίζει.
Και στις άλλες όμως χώρες οι ανισότητες μειώθηκαν στη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Μεταξύ του 1914 και του 1980, μπορούμε για παράδειγμα να παρατηρήσουμε μια ισχυρή μείωση στη συγκέντρωση του πλούτου, με τη διαμόρφωση μιας μεσαίας τάξης. Το κοινωνικό κράτος επεκτάθηκε μαζί με το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και την επιβολή προοδευτικής φορολογίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μακρά πορεία στηρίχθηκε κυρίως στη φορολογία. Ο προοδευτικός χαρακτήρας της φορολογίας αυξήθηκε γρήγορα. Υπό τον Φράνκλιν Ρούζβελτ, τα μέγιστα ποσοστά θα φτάσουν το 91%.
Από το 1980 κι έπειτα, η πορεία επιβραδύνεται και σε πολλές χώρες αντιστρέφεται. Οι ανισότητες επιστρέφουν και αυξάνονται γρήγορα και έντονα. Η εποχή του Ρέιγκαν μείωσε δραστικά τη φορολογία χωρίς να φέρει μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη. Στην Ευρώπη έγιναν σημαντικές περικοπές των κοινωνικών δαπανών, ιδιαίτερα στο πεδίο της εκπαίδευσης».
Ο Πικετί αποδίδει αυτή την αντιστροφή της τάσης προς την ισότητα στον μετασχηματισμό του καπιταλισμού προς μια νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Στην Ευρώπη μερίδιο ευθύνης έχει και η εμμονή για τη μείωση του δημόσιου χρέους: «Η Ιστορία -εξηγεί ο Πικετί- διαψεύδει την ηθικολογική προσέγγιση πολλών σύγχρονων οικονομολόγων και πολιτικών, που βλέπουν το χρέος σαν ενοχή που χρειάζεται εξιλέωση. Στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε πολλές χώρες τα επίπεδα του δημόσιου χρέους ήταν πολύ υψηλότερα σε σχέση με σήμερα. Και ωστόσο, εκείνη την εποχή οι κυβερνήσεις κατόρθωσαν να τα μειώσουν αρκετά γρήγορα. Στη Γερμανία αυτό έγινε μέσω μαζικής απόσπασης του ιδιωτικού πλούτου. Τα υψηλά επίπεδα προοδευτικής φορολόγησης συνοδεύτηκαν από υψηλά ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης, χάρη στα οποία έγινε δυνατό να χρηματοδοτηθεί το κράτος πρόνοιας. Αυτό το τελευταίο κατέδειξε ότι σε πολλά πεδία (υγεία, εκπαίδευση) το κράτος λειτουργεί καλύτερα από την αγορά.
Μεγάλοι τομείς της οικονομικής δραστηριότητας μπορούν να οργανωθούν έξω από τη λογική του κέρδους. Ας σκεφτούμε την αποτυχία του αμερικανικού ιδιωτικού υγειονομικού συστήματος από την άποψη του κόστους, της ισότητας πρόσβασης και των αποτελεσμάτων στο προσδόκιμο ζωής».
Και η κλιματική αλλαγή συνδέεται με το θέμα των ανισοτήτων. Από τη μια μεριά, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες συμβάλλουν με τρόπο άνισο στην επιδείνωση των περιβαλλοντικών ισορροπιών. Από την άλλη, αυτή η επιδείνωση πλήττει με άνισο τρόπο τόσο τις κοινωνικές ομάδες όσο και τις διάφορες χώρες. Επιπλέον, η ενεργειακή μετάβαση συνεπάγεται κόστη και θυσίες που δεν κατανέμονται δίκαια. Το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου του κόσμου καθώς και οι ανισότητες μεταξύ των χωρών διευρύνονται και εξαιτίας της κλιματικής κρίσης.
Σήμερα αντιμετωπίζουμε ωστόσο και τον κίνδυνο ενός νέου αυταρχισμού, που απειλεί τις ελευθερίες, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σύμφωνα με τον Πικετί, αυτός ο αυταρχισμός είναι φαινόμενο που συνδέεται στενά με την αύξηση των ανισοτήτων: «Ο τραμπισμός και η ανάδυση του εθνικισμού στην Ευρώπη συνδέονται με την κοινωνική πόλωση που προκαλούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Ρέιγκαν είχε υποσχεθεί σε όλους ότι η επιστροφή στην ελεύθερη αγορά θα αύξανε τα εισοδήματα και την ευημερία. Αυξήθηκαν αντίθετα οι ανισότητες και για τους πολλούς η κατάσταση επιδεινώθηκε. Επειτα ήρθε ο Τραμπ ο οποίος είπε: Η αμερικανική παρακμή είναι αποτέλεσμα αρπακτικών συμπεριφορών από μέρους των ανταγωνιστών μας, συμπεριλαμβανόμενων των Ευρωπαίων συμμάχων μας. Ο νέος πρόεδρος έβαλε ένα πιστόλι στο τραπέζι και είπε: Θα σας ξαναφέρω αυτά που μας άρπαξαν. Ο τραμπισμός είναι μια αντίδραση στην αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού. Δεν θεωρώ ορθό να ερμηνεύουμε την αλλαγή σαν μια σύγκρουση μεταξύ αυταρχισμού και φιλελευθερισμού. Εξάλλου, και μεταξύ των λεγόμενων BRICS υπάρχουν και χώρες που εξελίσσονται προς τη δημοκρατία και τον πλουραλισμό, όπως η Βραζιλία, η Ινδία ή η Νότια Αφρική. Δεν είναι ακόμη πλήρεις δημοκρατίες, αλλά νομίζω ότι σήμερα κανείς δεν μπορεί να δίνει μαθήματα δημοκρατίας στους άλλους. Με τις χώρες που προσεγγίζουν τη δημοκρατία χρειάζεται να ανοίξουμε έναν διάλογο. Γενικότερα, θεωρώ ότι ο αυταρχισμός και ο εθνικισμός είναι πάντοτε το αποτέλεσμα διαδικασιών κοινωνικής πόλωσης, που οφείλονται σε πολιτικές κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ευρώπη πρέπει να συμμετέχει σε αυτόν τον διάλογο, προωθώντας την εξέλιξη προς ένα μοντέλο εξισωτικής δημοκρατίας και συμμετοχικής οικονομίας, ικανό να αναδιανέμει τους καρπούς της ανάπτυξης. Στις τελευταίες δεκαετίες άλλωστε, ο ιδιωτικός πλούτος αυξήθηκε στην Ευρώπη πολύ περισσότερο από το δημόσιο χρέος. Υπάρχει επομένως ένας χώρος για να παρέμβουμε με την επιβολή προοδευτικής φορολόγησης εισοδημάτων και περιουσιών».
