Στις 14 Μαρτίου 2026 έγινε στη Ρώμη το 25ο Συνέδριο του σωματείου Ιταλών δικαστών Magistratura democratica. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της ομιλίας που εκφώνησε ο φιλόσοφος του δικαίου, Λουίτζι Φεραγιόλι, σε αυτό το συνέδριο
════════════════════
Ζούμε σε καιρούς ζοφερούς και δραματικούς. Αντιμετωπίζουμε μια συνολική επίθεση στο κράτος δικαίου και στο διεθνές δίκαιο. Σε μια περίοδο κατά την οποία θα έπρεπε να ενισχύεται ο ρόλος του δικαίου ως ορίου και ως εγγύησης εναντίον των κινδύνων παγκόσμιων καταστροφών που θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας -οι διεξαγόμενοι πόλεμοι που μπορεί να μετατραπούν σε πυρηνικές συγκρούσεις και η κλιματική υπερθέρμανση που μπορεί να καταστήσει μη κατοικήσιμη τη Γη-, ο κόσμος κυριαρχείται από τον νόμο του πιο ισχυρού, από τη λογική του εχθρού και από την περιφρόνηση για το δίκαιο. Η φράση που περισσότερο από κάθε άλλη μου φάνηκε εμβληματική της τωρινής κρίσης ήταν εκείνη -μεταξύ των τόσων απίστευτων δηλώσεών του- που διατύπωσε ο Τραμπ, σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζει άλλα όρια εκτός από εκείνα που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του. Βρισκόμαστε επομένως μπροστά στην ανοιχτή διεκδίκηση ενός πολιτικού απολυταρχισμού από μέρους του προέδρου της μέγιστης πυρηνικής δύναμης του πλανήτη· ενός πολιτικού απολυταρχισμού στις διεθνείς σχέσεις, ο οποίος προστίθεται στον πολιτικό απολυταρχισμό που επιδεικνύει ο Τραμπ με τα παράνομα διατάγματά του, που υπογράφονται πάντα μπροστά στις τηλεοράσεις, από όπου κομπάζει εκφράζοντας τη θέλησή του για πλήρεις εξουσίες, την περιφρόνησή του για το δίκαιο και για τα δικαιώματα και τη δυσανεξία του για όρια και ελέγχους που θα μπορούσαν να προέρχονται από μια ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Και όχι μόνο αυτό.
Σε αυτόν τον πολιτικό απολυταρχισμό -που ο Τραμπ διακηρύσσει ανοιχτά, αλλά που εφαρμόζεται από τόσα αυταρχικά καθεστώτα, συμπεριλαμβανόμενης της δύστυχης Ιταλίας μας- προστίθεται σήμερα ακόμη ένας πιο ισχυρός οικονομικός απολυταρχισμός, ο οποίος εκφράζεται από πρωτόγνωρες συγκεντρώσεις πλούτου και ιδιωτικών εξουσιών που δεν ανέχονται όρια, φραγμούς και ελέγχους. Οι δύο απολυταρχισμοί είναι σήμερα σύμμαχοι και μερικές φορές συγχωνεύονται. Σε σημείο που μπορούμε να πούμε ότι σήμερα όλοι εμείς -η ανθρωπότητα ολόκληρη- βρισκόμαστε στα χέρια μιας μικρής ομάδας απόλυτων κυρίαρχων και αφεντικών του κόσμου, που όλοι τους είναι βίαιοι, εξοπλισμένοι, μεγαλομανείς και αδίστακτοι. Σε αυτή τη δραματική κατάσταση ποιον ρόλο μπορεί να παίξει -ή καλύτερα θα έπρεπε να παίξει- η Ευρωπαϊκή Ενωση;
Εγώ νομίζω ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα μπορούσε σήμερα να παίξει έναν εξαιρετικό ρόλο. Αυτός ο ιστορικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα έπρεπε να έγκειται στο να γίνει παράγοντας προώθησης μιας αφύπνισης του λόγου, ικανής να οδηγήσει σε μια συντακτική ανασυγκρότηση του ΟΗΕ. Αυτός ο συντακτικός ρόλος μπορεί να αρθρωθεί σε δύο προγραμματικά σχέδια. Το πρώτο σχέδιο έγκειται στην προώθηση της εφαρμογής των τριών θεμελιωδών αξιών του ΟΗΕ μέσω της εισαγωγής των εγγυήσεών τους. Αυτές οι τρεις αξίες, όλες τους οικουμενικές και ζωτικής σημασίας, είναι η ειρήνη, το φυσικό περιβάλλον και η ισότητα όλων των ανθρώπινων υπάρξεων. Η εγγύηση της ειρήνης πάνω απ’ όλα που έγκειται στην απαγόρευση όλων των εξοπλισμών· η εγγύηση των ζωτικών αγαθών της φύσης μέσω της απόσπασής τους -ως πλανητικής δημόσιας περιουσίας- από την εμπορευματοποίηση και από τη διασπάθισή τους από μέρους των μεγάλων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών εξουσιών· η εγγύηση της ισότητας μέσω της δημιουργίας παγκόσμιων θεσμών διασφάλισης της υγείας, της εκπαίδευσης και του αναγκαίου επιπέδου διαβίωσης.
Πρόκειται για το φιλόδοξο σχέδιο ενός παγκόσμιου φεντεραλισμού, το οποίο η Ευρωπαϊκή Ενωση μπορεί να προτείνει στον κόσμο ως υπόδειγμα μιας εφικτής ενοποίησης αφού η Ευρώπη έχει καταδείξει ότι μια ενοποίηση μεταξύ διαφορετικών, και μάλιστα μεταξύ πρώην εχθρών, είναι εφικτή. Και ότι αφού έγινε εφικτή μεταξύ 27 κρατών, στα οποία μιλούν 24 διαφορετικές γλώσσες και επί αιώνες διαιρούνταν από πολέμους και από αντιπαρατιθέμενους ιμπεριαλισμούς, τότε είναι εφικτή και για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Απαραίτητη η αλλαγή των τωρινών πολιτικών
Είναι σαφές -και έρχομαι έτσι στο δεύτερο προγραμματικό σχέδιο- ότι γι’ αυτόν τον σκοπό η Ευρωπαϊκή Ενωση θα πρέπει να αλλάξει ριζικά τις τωρινές πολιτικές της.
Θα πρέπει να πάψει την παράλογη κούρσα για νέους εξοπλισμούς· να προωθήσει μια διαρκή ειρήνη με τη διπλωματία· να επιβάλει τον δημοκρατικό κανόνα της έγκρισης των αποφάσεων με πλειοψηφία αντί για τον αντιδημοκρατικό κανόνα της ομοφωνίας· να ανατρέψει τις πολιτικές της για τη μετανάστευση βασίζοντάς τες στη φιλόξενη υποδοχή αντί για την απώθηση και τον αποκλεισμό· να απελευθερωθεί από την υποτέλεια στις Ηνωμένες Πολιτείες· να αναγνωρίσει την πολυμερή συνεργασία ως προϋπόθεση της ειρηνικής συμβίωσης των λαών και των κρατών.
Θα πρέπει πάνω απ’ όλα να οικοδομήσει ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος. Και στην Ευρώπη ο εγγυητικός φεντεραλισμός μπορεί πράγματι να υποδείξει ένα προωθημένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Ενα τέτοιο πρόγραμμα θα έπρεπε να βασίζεται όχι βέβαια στη θέσπιση μιας υπερ-κυβέρνησης -οι λειτουργίες της τωρινής Επιτροπής είναι περισσότερο από επαρκείς-, αλλά στη δημιουργία ευρωπαϊκών θεσμών εγγύησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ζωτικής σημασίας αγαθών σε μια σχέση συμπληρωματικότητας με τους εθνικούς εγγυητικούς θεσμούς.
Ενα είναι βέβαιο: αν η Ευρωπαϊκή Ενωση έδειχνε όχι πλέον μόνο το εχθρικό πρόσωπο της ισοσκέλισης των δημόσιων προϋπολογισμών και των αυξανόμενων στρατιωτικών δαπανών σε βάρος των κοινωνικών δαπανών, αλλά το αγαθοεργό πρόσωπο μιας κοινωνικής Ευρώπης -ή ακόμη καλύτερα μιας φιλελεύθερης και σοσιαλιστικής Ευρώπης-, το βασιζόμενο στην εγγύηση της ισότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, θα κατακτούσε μια πολύ πιο ασφαλή νομιμοποίηση, θα εδραιωνόταν ως πραγματικά ενοποιητικός θεσμός υποστηριζόμενος από τη λαϊκή συναίνεση και θα δημιουργούσε έναν ευρωπαϊκό λαό θεμελιωμένο στην ισότητα και στη συνακόλουθη αλληλεγγύη.
Ας σκεφτούμε μόνο τη δημοτικότητα που θα κατακτούσε η Ευρωπαϊκή Ενωση θέτοντας τέρμα σε όλους τους ευρωσκεπτικισμούς και στις τάσεις επιστροφής στην εθνική κυριαρχία αν εισήγε στο εσωτερικό της παρόμοιους θεσμούς και εγγυήσεις.
Ας σκεφτούμε μόνο τη λαϊκή συναίνεση που θα απολάμβανε η Ενωση αν τελικά έδειχνε, αντί για το εχθρικό πρόσωπο των δημοσιονομικών περιορισμών στους προϋπολογισμούς και των εξοπλισμών, το αγαθοεργό πρόσωπο μιας κοινωνικής Ευρώπης η οποία θα χορηγούσε ένα καθολικό εισόδημα του πολίτη, έναν ελάχιστο μισθό τουλάχιστον διπλάσιο από αυτό το βασικό εισόδημα, δωρεάν υγεία και ευρωπαϊκά σχολεία και Πανεπιστήμια στηριζόμενα προφανώς σε μια πραγματικά προοδευτική ευρωπαϊκή φορολογία.
Πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι κανένα ομοσπονδιακό σχέδιο δεν είναι αξιόπιστο και φιλολαϊκό αν περιορίζεται σε ένα έργο απλής θεσμικής μηχανικής, δηλαδή στην εισαγωγή μόνο οργανωτικών κανόνων των ομοσπονδιακών κυβερνητικών λειτουργιών χωρίς αυτή να συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιεχόμενα ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ενα παρόμοιο σχέδιο θεσμικής μηχανικής θα γίνεται πάντοτε αντιληπτό -και θα είναι πάντοτε εύκολο σε τόσους λαϊκιστές να το ερμηνεύουν με αυτόν τον τρόπο- ως ένας απλός περιορισμός των εθνικών κυριαρχιών, ο οποίος από μόνος του δεν είναι ελκυστικός και δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.
Μόνο η εισαγωγή εγγυήσεων και θεσμών που θα διασφαλίζουν ζωτικά αγαθά -την ειρήνη, το περιβάλλον, το επίπεδο διαβίωσης, την υγεία και την εκπαίδευση, με δυο λόγια εκείνο που έχω αποκαλέσει ουσιαστική διάσταση της δημοκρατίας- είναι αυτή που μπορεί να επιφέρει συναίνεση και δημοτικότητα πρώτα στις εθνικές δημοκρατίες και έπειτα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση γεννήθηκε από την απελευθέρωση από τον ναζισμό και τον φασισμό ως σχέδιο ειρηνικής συμβίωσης βασιζόμενο στην ειρήνη, στην ισότητα, στην άρνηση κάθε ρατσισμού, στη θεμελίωση του κοινωνικού κράτους και στην επινόηση της συνταγματικής δημοκρατίας, δηλαδή συνταγματικά καθιερωμένων ορίων και φραγμών στις άγριες δυνάμεις τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομίας.
Και γι’ αυτό από την εφαρμογή των αρχών της ειρήνης και της ισότητας, με βάση τις οποίες γεννήθηκε, και όχι βέβαια από μια απατηλή στρατιωτική ισχύ εξαρτώνται σήμερα η αξία και το κύρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
