ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Δουζίνας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το άγχος της ταυτότητας, η παρόρμηση να εξωραΐσουμε το παρελθόν, να δούμε το παρόν ως τον φυσικό του προορισμό και το μέλλον ως την αναπόφευκτη εκπλήρωσή του, φτάνουν την πιο μεγαλοπρεπή μορφή τους όταν γεννιέται κάτι καινούργιο. Αυτό συμβαίνει συνήθως με τη σύσταση και νομιμοποίηση του έθνους. Το γνωστό επιχείρημα ότι η παράδοση «επινοείται» τονίζει ότι η ιστοριογραφία και η μνήμη δεν είναι φυσικές, δημιουργούνται. Οι παραδόσεις κατασκευάζονται για να διαμορφώσουν και να προωθήσουν τη «φαντασιακή κοινότητα» του έθνους-κράτους. Οι μύθοι, οι επέτειοι, οι γιορτές δημιουργούν εικόνες του παρελθόντος στην υπηρεσία σύγχρονων προτεραιοτήτων. Μαυσωλεία και μουσεία αφιερώνονται στις δόξες του παρελθόντος: τόποι μεγάλων θριάμβων ή θλιβερών καταστροφών, αγάλματα πεσόντων ηρώων, αργότερα, μνημεία στον άγνωστο στρατιώτη. Ολα συνεισφέρουν στην ιεροποίηση του έθνους.

Αυτές οι σύνθετες στρατηγικές κατασκευής ταυτότητας βασίζονται στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι αποκτούν την αίσθηση του ανήκειν αν ανακτήσουν τις «χαμένες» αναμνήσεις της κοινής τους καταγωγής και κληρονομιάς, αν κατανοήσουν επιτυχίες και αποτυχίες, τραύματα και δόξες. Ο Νίτσε αποκάλεσε αυτό το είδος ιστοριογραφίας «μνημειώδες». Μεγαλοποιεί και πανηγυρίζει γεγονότα, αγιογραφεί τους ήρωες του παρελθόντος, δημιουργεί τόπους προσκυνήματος. Αντίθετα, η κριτική ιστορία κινητοποιεί τον ανθρώπινο πόνο και την επιθυμία με σκοπό την απελευθέρωση. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν συμφωνεί. Η μνημειώδης ιστοριογραφία δείχνει ένα παρελθόν που ξετυλίγεται σ’ έναν «άδειο» ομοιογενή χρόνο, μια ατελείωτη αλληλουχία γεγονότων και ηρώων σαν τις χάντρες ενός κομπολογιού. Αυτό το είδος ιστοριογραφίας επαναλαμβάνει το φαινόμενο που η ψυχανάλυση περιγράφει ως «στάδιο του καθρέφτη».

Το βρέφος που κατατρύχεται από ανυπάκουα μέλη και ανεξέλεγκτες ορμές βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη και αποκτά μια πρώτη εντύπωση ενότητας και ακεραιότητας καίρια στην αναγνώριση ταυτότητας. Αλλά η ενότητα είναι φαντασιακή, δημιουργείται από μια εικόνα που έρχεται απ’ έξω. Εξίσου, η κατασκευασμένη ιστορία γίνεται ο καθρέφτης στον οποίο μια διχασμένη, τραυματισμένη, κατατεμαχισμένη κοινότητα ή προσωπικότητα βλέπει τον εαυτό της όμορφο, συνεκτικό, ευτυχισμένο. Η φαντασιακή συμβολή της ιστορίας, η αντίληψή της ως «καθρέφτη», αποζημιώνει τις ανησυχίες του παρόντος με την αναγωγή τους στην επινοημένη παράδοση, στο πετυχημένο παρελθόν.

Τα τελευταία εξήντα χρόνια εμφανίστηκε μια νέα σχολή ιστοριογραφίας που μελετά τη «συλλογική μνήμη» και τις τραυματικές εμπειρίες. Την εισήγαγε ο Γάλλος κοινωνιολόγος Μορίς Χαλμπβάκς. Οι αναμνήσεις δεν είναι μηχανικές εγγραφές του παρελθόντος, αλλά μια συνεχής και δημιουργική ανασυγκρότηση υπό την επίδραση των σημερινών ανησυχιών, πιέσεων και φόβων. Βλέπουμε το παρελθόν από τη σημερινή μας προοπτική στο πλαίσιο των εθνοτικών, ταξικών, πολιτικών, επαγγελματικών και άλλων προτεραιοτήτων. Η ομαδική μνήμη εκδηλώνεται στις μνήμες των μεμονωμένων μελών της, μια και τα άτομα θυμούνται ως μέλη κοινωνικών ομάδων. Αλλά καθώς η μνήμη εξαρτάται από την κοινωνική ένταξη, η ατομική μνήμη είναι μια προοπτική μόνο για τη συλλογική μνήμη, με πολλά υποκειμενικά στοιχεία. Η συλλογική μνήμη είναι καταστατικά πλουραλιστική, αμφίθυμη και αντιφατική.

Οι ιστορικοί απέρριψαν αρχικά την ιδέα της συλλογικής μνήμης. Η ιστοριογραφία ακολουθεί αυστηρές μεθόδους και διαδικασίες συλλογής, επιβεβαίωσης και ερμηνείας γεγονότων. Η ανάδυση και η καταγραφή συλλογικών αναμνήσεων σε «τοπικές» και «προφορικές» ιστορίες, από την άλλη πλευρά, δεν ακολουθεί αυτά τα αυστηρά πρωτόκολλα. Διανθίζεται με μύθους, ανέκδοτα και αναμνήσεις που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν στην ψυχρή έρευνα του επαγγελματία ιστορικού ούτε στην υπαγωγή της ατομικής μνήμης σε μακροχρόνιες, δομικές και συλλογικές λειτουργίες.

Παρά τις πολλές επιφυλάξεις, ωστόσο, οι σπουδές συλλογικής μνήμης μπήκαν στην ιστοριογραφία και τις αίθουσες διαλέξεων και σεμιναρίων. Η ιστορία των ανώνυμων, των αποκλεισμένων, των από κάτω έγινε αντικείμενο ενδιαφέροντος. Αλλά η ιστοριογραφία των «άλλων» χρειάζεται νέες μεθόδους, αφού οι ταπεινές τους ζωές δεν έχουν καταγραφεί στις επίσημες ιστορίες και στα αρχεία του κράτους. Οι έννοιες της «αντι-μνήμης», της «αντι-αφήγησης» του Φουκό και η προφορική ιστορία μπήκαν στη νέα ιστοριογραφία. Η «μεταμοντέρνα» στροφή ενίσχυσε παραπέρα τον κατακερματισμό. Η ιστοριογραφία αντιμετωπίζεται ως αφηγηματική κατασκευή που δεν διαφέρει ριζικά από τη λογοτεχνία. Το ιστορικό αρχείο και τα βιβλία της ιστορίας εξετάζονται για τις αβεβαιότητες, τις αντιφάσεις, τους ρητορικούς τρόπους και τα τεχνάσματα. Η ιστοριογραφία είναι ένα αφήγημα για την ιστορία που μπορεί να διαβαστεί από διαφορετικές σκοπιές.

Οι αλλαγές στην ιστοριογραφία συνέπεσαν με την ανησυχία των ιστορικών για την απώλεια της ιστορικής συνείδησης. Ο Γάλλος ιστορικός Πιερ Νορά έχει προτείνει μια περιοδοποίηση της κατασκευής της μνήμης με προνεωτερικά, νεωτερικά και μετανεωτερικά στάδια. Οι προνεωτερικές κοινωνίες είχαν «περιβάλλοντα» μνήμης, μια φυσική, άμεση σχέση των ανθρώπων με το παρελθόν τους. Η μνήμη διατηρεί τις παραδόσεις και δημιουργεί μια σταθερή αίσθηση ύπαρξης στον χρόνο. Αλλά στη νεωτερικότητα οι παραδόσεις έχασαν το νόημά τους από την επιτάχυνση του χρόνου. Η σχέση με το παρελθόν ανακατασκευάστηκε μέσω προσομοιώσεων της φυσικής μνήμης. Οι ελίτ έφτιαξαν «τόπους μνήμης» στη γλώσσα, σε μνημεία και αρχεία για να εξασφαλίσουν το μέλλον μέσω της επινόησης και επιβολής μιας και κυρίαρχης παράδοσης.

Οι πρόσφατες δυσκολίες του έθνους-κράτους έχουν οδηγήσει σε προσομοιώσεις δεύτερης τάξης της φυσικής μνήμης από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Τα ντοκιμαντέρ, τα ιστορικά σίριαλ και οι διαλέξεις προσφέρουν αναπαραστάσεις του παρελθόντος που έχουν ελάχιστη σχέση με κοινές παραδόσεις, με τον σύγχρονο βιόκοσμο ή τους πολιτικούς θεσμούς πέρα από τον ρυθμό κατανάλωσης που επιβάλλουν τα μέσα. Τέτοιες κατασκευασμένες και τεχνητές «μνήμες» επιβάλλουν την εικόνα στο περιεχόμενο και αυξάνουν το άγχος για τη λήθη του παρελθόντος και για το φαινόμενο «καθρέφτη» της ιστορίας. Γράφει ο μεγάλος ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ: «Η καταστροφή του παρελθόντος ή μάλλον των κοινωνικών μηχανισμών που συνδέουν τη σύγχρονη εμπειρία με αυτήν των προηγούμενων γενιών είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και περίεργα σύγχρονα φαινόμενα. Οι περισσότεροι νέοι μεγαλώνουν σε ένα είδος μόνιμου παρόντος που δεν έχει καμία οργανική σχέση με το δημόσιο παρελθόν της εποχής μας». Ο Φρέντερικ Τζέιμσον συμφωνεί: «Το παρελθόν έχει εξαφανιστεί μαζί με τη γνωστή “αίσθηση του παρελθόντος”, την ιστορικότητα και τη συλλογική μνήμη». Ακούμε και στη χώρα μας τις ίδιες θρηνωδίες αλλά χωρίς προσπάθεια κατανόησης της κατάστασης.

Αυτή η απόγνωση έχει οδηγήσει την ιστοριογραφία σε κρίση. Επίσημη ή εναλλακτική, η γραφή της ιστορίας δεν μπορεί να αποφύγει την αποστολή να συνεισφέρει στην κατανόηση του παρόντος. Οι ιδρυτικοί μύθοι, οι προσωπικές μαρτυρίες αλλά και οι τοπικές και προφορικές ιστορίες των από κάτω επικαλούνται το παρελθόν για να πιστοποιήσουν σύγχρονες εύθραυστες ταυτότητες. Αλλά η συμβολή της ιστορίας στην κατασκευή ή νομιμοποίηση νέων ταυτοτήτων έχει αποδυναμωθεί, η νοσταλγική στροφή προς τη συλλογική μνήμη είναι μελαγχολική. Αντανακλά το πνεύμα των καιρών, τον «άδειο χρόνο» του Μπένγιαμιν. Η σημασία που δίνουμε στη μνήμη και τις τραυματικές αναμνήσεις υποδηλώνει την κρίση της χρονικότητας και την αδύνατη ανάγκη να χτίσουμε ξανά σταθερά όρια, συλλογική ακεραιότητα και χρονικές συνέχειες. Η μνήμη είναι συνεχώς στα χείλη μας γιατί δεν υπάρχει πια. Ολοι μιλάμε για την παράδοση. Αλλά από τη στιγμή που την ονομάζουμε «παράδοση» δεν είναι πια κάτι που ζούμε, αλλά εργαλείο για πωλήσεις και κράχτης για τουρίστες. Η προσπάθεια κατανόησης του τραύματος δεν οδηγεί στη θεραπεία του αλλά στην επανάληψή του. Το τραύμα έχει καταστατική συμβολή στη δημιουργία του νέου.

Καθηγητής Πανεπιστημίου Λονδίνου