Αρχίζω τις διαλέξεις Συνταγματικού Δίκαιου στη Βρετανία, που δεν έχει γραπτό Σύνταγμα και βασική συνταγματική αρχή αποτελεί η κοινοβουλευτική και όχι η λαϊκή κυριαρχία, λέγοντας ότι οι πολίτες είναι «κυρίαρχοι» μόνο τα λίγα δευτερόλεπτα κάθε πέντε χρόνια που χρειάζονται για να βάλουν τον σταυρό στο ψηφοδέλτιο. Οπως προέβλεψε ο Ρουσό, οι βουλευτές δεν αντιπροσωπεύουν τους πολίτες με τις διαφορές και τις συγκρούσεις τους, αλλά γίνονται μια εκλεγμένη αριστοκρατία με βασική λειτουργία να επιλέγει κυβερνήσεις και να τις υπηρετεί υπάκουα. Η αντιπροσωπευτική και επιτελική κυβερνησιμότητα περιγράφει αλλά και συνεισφέρει στην επιβολή των τεχνοκρατών επί των πολιτικών και στην παραπέρα υποβάθμιση της δημοκρατίας. Η νεωτερική θεωρία της δημοκρατίας ξεκινάει με το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ζαν-Ζακ Ρουσό.
Ο Ρουσό διακρίνει τη res public ή republique (δημόσιο ή κοινό καλό), που εμπνέεται από την κλασική Αθήνα, από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Στη republique η εξουσία ασκείται από τους πολίτες που παίρνουν αποφάσεις σε λαϊκές συνελεύσεις με δημόσια διαβούλευση και διάλογο. Αντίθετα, στην αντιπροσωπευτική, οι πολίτες είναι απόντες από τις αποφάσεις, δεν «προσωπεύονται» αλλά αντι-προσωπεύονται. Αποτελεί λοιπόν το αντιπροσωπευτικό σύστημα αριστοκρατική μορφή εξουσίας, λέει ο Ρουσό, μια και οι αντιπρόσωποι αποτελούν μια μικρή μειοψηφία.
Ας δούμε πώς εμφανίστηκε το αρχικό «μίσος για την (άμεση) δημοκρατία», όπως το ονόμασε ο Ζακ Ρανσιέρ. Οι αριστοκράτες και φιλελεύθεροι πολιτικοί στη Βρετανία φοβούνταν ότι αν έπαιρναν οι άκληροι γεωργοί και εργάτες το δικαίωμα ψήφου θα χρησιμοποιούσαν την πλειοψηφία τους για να καταργήσουν την περιουσία και να ανατρέψουν το καθεστώς. Ετσι το 1800 περιουσιακές, μορφωτικές και τοπικές προϋποθέσεις περιόριζαν την ψήφο στο 5% του πληθυσμού. Το 1832 αυτό έγινε 10% προσθέτοντας άνδρες με ιδιοκτησία αξίας 10 βρετανικών λιρών. Μόνο το 1884, η πλειοψηφία των ενήλικων ανδρών απέκτησε την ψήφο. Επέζησε όμως η πολλαπλή ψηφοφορία που έδινε στους πανεπιστημιακούς καθηγητές, μεταξύ άλλων, έξι ψήφους. Οι πλούσιοι και οι μορφωμένοι έχουν το δικαίωμα να ψηφίζουν και να κυβερνούν γιατί έχουν, κατέχουν και ξέρουν. Μόνο το 1928 επεκτάθηκε το δικαίωμα στις γυναίκες και όλους τους άνδρες.
Ιδεολογικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί λόγοι και ο φόβος του λαού οδήγησαν στην απόρριψη της άμεσης και την επικράτηση της αντιπροσωπευτικής εκδοχής. Επιπλέον, οι ρεαλιστές υποστήριξαν ότι η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει στα μεγάλα σύγχρονα κράτη, κάτι που αλλάζει στην ψηφιακή εποχή. Η αντιπροσωπευτική αρχή περιθωριοποίησε τις μορφές άμεσης δημοκρατίας. Ετσι η συνταγματική αναφορά στη λαϊκή κυριαρχία έχει μόνο συμβολική σημασία. Ο λαός είναι κυρίαρχος, αλλά η κυριαρχία του είναι ανύπαρκτη. Η συμμετοχή του λαού στη λήψη αποφάσεων προκαλεί φόβο σήμερα, όπως προκαλούσε φόβο και στους φιλελεύθερους του 19ου αιώνα.
Η επιστροφή της άμεσης δημοκρατίας
Αλλά η ρουσοϊκή έννοια της δημοκρατικής αυτοδιάθεσης και αυτονομίας επέστρεψε στις πρόσφατες παγκόσμιες αντιστάσεις. Το «εξεγερσιακό» συστατικό της δημοκρατίας, όπως το ονόμασε ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ξαναγύρισε σαν το απωθημένο. Οδήγησε σε λαϊκές διαδικασίες συνταγματικής αναθεώρησης στην Ισλανδία, την Ιρλανδία, τη Βουλγαρία. Οι διαδηλώσεις των φοιτητών της Χιλής οδήγησαν στο συνταγματικό δημοψήφισμα και στη νέα συνταγματική συνέλευση. Το «τζίνι» της συντακτικής εξουσίας και της λαϊκής κυριαρχίας βγήκε πάλι από το μπουκάλι. Σε μας, οι «αγανακτισμένοι» δίπλα στην Αθηναϊκή Πνύκα επανέφεραν στο πολιτικό προσκήνιο μια νέα αλλά και την παλαιότερη μορφή άμεσης δημοκρατίας. Η λαϊκή συνέλευση έπαιρνε όλες τις αποφάσεις ομόφωνα έπειτα από συζήτηση, στην οποία συμμετείχαν όλοι χωρίς αποκλεισμούς παίρνοντας τον λόγο με κλήρωση. Δεν υπήρχαν ηγέτες ή αντιπρόσωποι.
Ενα λαϊκό «εμείς» αναδύθηκε το 2011 και οδήγησε στο 2015. Αυτό το «εμείς» λειτουργεί ως συντακτική εξουσία, δύναμη που αναπαράγει την κοινωνική ύπαρξη και αλλάζει τους πολιτικούς συσχετισμούς. Οι καταληψίες του Συντάγματος ήταν ο ενεργός δήμος που έπαιρνε τη ζωή του στα χέρια του και προεικόνιζε απαραίτητες θεσμικές αλλαγές για το βάθεμα της δημοκρατίας. Μιμούνταν και συγχρόνως αντέστρεφε την αρχή της αντιπροσώπευσης και της κρατικής οργάνωσης. Το μίσος των ελίτ κατά των αγανακτισμένων δεν κρύβεται ακόμη και σήμερα. Γιατί έδειξαν τον τρόπο με τον οποίο και η πιο σταθερή ισορροπία δυνάμεων μπορεί να ανατραπεί.
Κανονιστικό θεμέλιο της άμεσης δημοκρατίας αποτελεί η αρχή της «δημοκρατικής αυτονομίας» και της λαϊκής κυριαρχίας στην ελευθερία και την πολιτική ισότητα. Οι πολίτες είναι ηθικά και νομικά ίσοι και, δεύτερον, θεωρούνται ικανοί να δρουν αυτόνομα, δηλαδή να αποφασίζουν μόνοι τους και να δίνουν τον νόμο στον εαυτό τους. Η άμεση δημοκρατία αποτελεί μορφή άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη δημοκρατικών αποφάσεων. Οι αποφάσεις επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα ζητήματα, σε αντίθεση με την εκλογή υποψηφίων με γενικά προγράμματα για μακροχρόνια θητεία. Οι ίδιοι οι πολίτες ενεργούν ως φορείς λήψης αποφάσεων αντί να μεταβιβάζουν αυτές τις εξουσίες σε αντιπροσώπους οι οποίοι συχνά αθετούν τα προγράμματά τους ή παραβιάζουν τα βασικά δικαιώματα των πολιτών. Μπορεί να λειτουργεί με συνελεύσεις πολιτών ή με δημοψηφίσματα και πρωτοβουλίες στα οποία οι πολίτες ψηφίζουν για ζητήματα αντί για υποψηφίους ή κόμματα.
Η άμεση δημοκρατία υποστηρίζεται από τη «συμμετοχική» και τη «διαβουλευτική» (deliberative) θεωρία της πολιτικής φιλοσοφίας. Η πρώτη υποστηρίζει την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας και στο αντιπροσωπευτικό και το κοινωνικό επίπεδο. Από τα δημοψηφίσματα, τη δυνατότητα ανάκλησης βουλευτών και τη λαϊκή απόρριψη νόμων μέχρι τις αυτοδιοικητικές λαϊκές συνελεύσεις σε συνοικίες και τις ενεργειακές κοινότητες, η άμεση δημοκρατία επιστρέφει και μπολιάζει με νέα δυναμική την απισχνασμένη δημοκρατία μας. Για τη «διαβουλευτική» θεωρία, η δημοκρατία δεν είναι απλά μηχανισμός πρόσθεσης ψήφων και επιλογής ελίτ. Αντίθετα, βασική λειτουργία της είναι η καλλιέργεια της πολιτικής κρίσης των πολιτών με τη θεσμοποίηση διαδικασιών στοχασμού και αναστοχασμού περί των κοινών. Η ιδεολογία από την οποία όλοι ξεκινάμε μπαίνει έτσι σε διάλογο και δημιουργεί την έννοια του κοινού καλού. Η λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας είναι να προωθεί την πολύπλευρη λαϊκή συμμετοχή και να βοηθάει στην καλλιέργεια της ατομικής και συλλογικής πολιτικής κρίσης.
Είχαμε πρόσφατα μια έντονη συζήτηση για την άμεση δημοκρατία στα κόμματα. Ακούσαμε για αμεσοδημοκρατική πολιτειακή αλλαγή και για αδιαμεσολάβητη σχέση λαού και ηγέτη. Η αναθεωρητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ το 2018 έβαζε στοιχεία συμμετοχικής και διαβουλευτικής δημοκρατίας. Προτάθηκαν δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία για κρίσιμα εθνικά θέματα και για την κύρωση διεθνών συμβάσεων, όπως και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Τα απέρριψε η Δεξιά. Η Αριστερά όμως ήταν και παραμένει υποστηρικτής λαϊκών πρωτοβουλιών, συνελεύσεων και συμβουλίων. Αλλά υπάρχει μεγάλη διαφορά με τη λειτουργία του κόμματος. Η σύγκληση των μελών ενός αριστερού κόμματος περνάει μέσα από την ταυτότητα και την παράδοσή του, την ιδεολογία, την πολιτική και το πρόγραμμα. Η εκλογή ηγέτη από κόσμο που δεν έχει οργανική σχέση με το κόμμα και υποψηφιότητες που δεν βγαίνουν από τους αγώνες του ακυρώνει την αριστερή του ύπαρξη. Οπως έγραφα στο προηγούμενο, όταν η ταυτότητα μέσω κοινών αξιών αντικαθίσταται από την ταύτιση με τον star, τη celebrity, τον πλούσιο («Ο ηγέτης» 14/10/2024 «Εφ.Συν.») το κόμμα γίνεται επιχείρηση ή σύνδεσμος οπαδών. Η «αδιαμεσολάβητη» σχέση ηγέτη-οπαδών αποτελεί άρνηση της ουσίας της αριστερής κομματικής ένταξης και παραμόρφωση της άμεσης δημοκρατίας.
*Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Λονδίνου
