ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κώστας Δουζίνας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πέμπτη

Τη Μεγάλη Πέμπτη θυμόμαστε δώδεκα φορές την πορεία προς τον θάνατο. Κανείς, ούτε και ο θεάνθρωπος, δεν ξεφεύγει από το αναπόδραστο. Ο θάνατος είναι το πιο δικό μου πράγμα, εμμενής και επικείμενος. Είναι μέσα μου, η φροϊδική ορμή θανάτου, και μπροστά μου, ξέρω ότι θα συμβεί, δεν ξέρω πότε. Ο θάνατος, το μόνο που δεν θα μοιραστώ με κανέναν.

«Να μελετάς τη φιλοσοφία σημαίνει να μαθαίνεις να πεθαίνεις», τιτλοφορεί ο Μοντάνιος, δοκιμιογράφος του 16ου αιώνα, ένα από τα δοκίμιά του. Το ίδιο ισχύει για την ανθρωπολογία, την αρχαιολογία. Εχουμε μάθει για τους αρχαίους πολιτισμούς από τις πυραμίδες, τους θόλους, τα μαυσωλεία και τους τάφους, τις προσφορές και τα κτερίσματα που έδιναν στους νεκρούς να πάρουν μαζί τους.

Γίνομαι άνθρωπος γιατί ξέρω ότι θα πεθάνω και γιατί κρατάω τον αγαπημένο νεκρό μέσα μου. Γράφει ο Μοντάνιος: «Ο θάνατος είναι το τέλος του γένους μας. Από όλα τα καλά που μας δίνει η αρετή, η περιφρόνηση του θανάτου είναι το μεγαλύτερο. Συμβιβάζει την ανθρώπινη ζωή με μια ήπια και παρηγορητική ηρεμία και μας δίνει μια καθαρή και ευχάριστη γεύση της ζωής, χωρίς την οποία θα εξαφανιζόταν κάθε άλλη ευχαρίστηση».

Και προσθέτει: «Αν μας τρομάξει ο θάνατος, δεν είναι δυνατόν να περπατήσουμε ούτε βήμα χωρίς άγχος. Η θεραπεία που χρησιμοποιούν οι χυδαίοι είναι να μην τον σκέπτονται. Αλλά από ποια ακατανόητη βλακεία μπορούν να αντλήσουν τέτοια βαριά τύφλωση; Είναι σαν να βάζουν τα χαλινάρια στην ουρά του γαϊδάρου».

Αυτό δεν κάνουμε κι εμείς; Κάθε χρόνο το θείο πάθος μάς θυμίζει τον θάνατο του Αλλου. Αλλά οι εκκλησιαστικές τελετές μάς κάνουν να ξεχνούμε τον δικό μας. Πάμε στη λιτανεία του Επιτάφιου την Παρασκευή, ακολουθούμε τα έθιμα, παίζουν οι μπάντες του Ναυτικού, ανάβουμε τα κεράκια. Μετά τρώμε τα αυστηρά νηστίσιμα θαλασσινά, μαγειρίτσα καλά καθαρισμένη μετά την Ανάσταση, τσουγκρίζουμε τα κόκκινα αυγά.

Οι λειτουργίες, οι τελετές, τα έθιμα είναι τα γκέμια στην ουρά. Δεν είναι προετοιμασία και παρηγοριά για τον θάνατο που έρχεται, αλλά λήθη και η επιθυμία αναστολής του, που σταδιακά γίνεται πίστη αθανασίας. Από εμμενής και επικείμενος, ο θάνατος βγαίνει από τον τόπο και τον χρόνο μου, με τα εξαπτέρυγα του Επιτάφιου και με τα επικήδεια εγκώμια, «η ζωή εν τάφω» και το «γλυκύ μου έαρ» σε ελαφρολαϊκή μορφή.

Γράφει ο Μοντάνιος: «Πού θα μας βρει ο θάνατος είναι αβέβαιο. Ας τον ψάξουμε παντού. Η προμελέτη του θανάτου είναι η προμελέτη της ελευθερίας. Αυτός που έχει μάθει να πεθαίνει έχει ξεμάθει να είναι δούλος. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στη ζωή για εκείνον που θα καταλάβει ότι το τέλος της ζωής δεν είναι κακό: όταν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμε έχουμε πετάξει από πάνω μας κάθε υποταγή και περιορισμό». Παράξενη ιδέα. Είμαστε ελεύθεροι όταν συλλογιζόμαστε και συμμεριζόμαστε τον θάνατο, όταν έχουμε αυτογνωσία αυτού που είναι το τέλος της συνείδησης και του εαυτού.

Το ακούσαμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Η πιο ανθρώπινη σκηνή του δράματος παίζεται στον κήπο της Γεθσημανής, όταν ο Χριστός φοβισμένος, γεμάτος αγωνία γι’ αυτό που πρέπει να κάνει, στρέφεται στον Πατέρα του και αμφιβάλει για την εντολή του: «Πατέρα, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο… Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;». Ο Θεός γίνεται άνθρωπος των ανθρώπων, τίποτε πιο ανθρώπινο από την αμφιβολία, τον φόβο, την αγωνία. Γιατί με εγκατέλειψες, μήπως δεν είσαι στοργικός πατέρας; Γιατί είναι ο νόμος σου άδικος;

Η πρωταρχική θεοδικία, η δίκη, η αθωότητα και η καταδίκη του θείου ξεκινάει στη Γεθσημανή. Αμφιβολία, φόβος, άγχος και μαζί η υπέρβασή τους. Πριν από κάθε ανάσταση, πριν από κάθε νίκη, αγώνες και ήττες. Σιγοστεκόμαστε, αμφιβάλλουμε για τις δυνάμεις μας, αμφισβητούμε τις πίστεις μας. Θρηνούμε για τα όνειρα, για τα οράματα που μπορεί να χαθούν αν δεν επιμείνουμε στην αρχική απόφαση.

Αλλά επιμένουμε. Ο σκοπός μάς κοινωνικοποιεί και μας εξατομικεύει. Ετσι ξεπερνάμε τον φόβο θανάτου, γινόμαστε αθάνατοι επειδή είμαστε θνητοί. Αν ο θάνατος είναι το τέλος και η μελέτη του ελευθερία, υπέρβαση του θανάτου είναι ο συλλογικός μας σκοπός. Αρετή να αφήσουμε εμείς οι θνητοί, οι περατοί, τη δική μας πυραμίδα.

Παρασκευή

Τη Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την κηδεία. Η κηδεία, ο δεύτερος συμβολικός θάνατος, βάζει τέλος στον θρήνο, μας ελευθερώνει από το αντικείμενο της αγάπης μας. Το αποθέτουμε στη μνήμη, διακόπτεται το πένθος, γυρίζουμε στις καθημερινές μας δουλειές, ξεχνάμε τον τρόμο τού να μην υπάρχεις.

Ξέρουμε βέβαια το τέλος στο μεγαλύτερο μυθιστόρημα της Ιστορίας. Οπως ξέρουμε και το δικό μας τέλος, αλλά η μυθιστορία μάς κάνει να ξεχνάμε. Από εμμενής και επικείμενος, ο θάνατος βγαίνει από τον τόπο και τον χρόνο μου, με τα εξαπτέρυγα του Επιτάφιου και με τα επικήδεια εγκώμια, «η ζωή εν τάφω» και το «γλυκύ μου έαρ» σε ελαφρολαϊκή μορφή.

O μεγάλος φιλόσοφος Κίκεργαρντ,γράφει ότι το άγχος είναι αποτέλεσμα απαγόρευσης, ενός νόμου που δημιουργεί την επιθυμία παραβίασής του. Στον κήπο της Εδέμ, η απαγόρευση του φρούτου της γνώσης διδάσκει στους πρωτόπλαστους την υποχρέωση υπακοής αλλά ταυτόχρονα της επιθυμία και την απόλαυση της παράβασης.

Ο Απόστολος Παύλος επιβεβαιώνει τη σχέση νόμου και επιθυμίας στην επιστολή στους Ρωμαίους: «Τί οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, οὐκ ἐπιθυμήσεις» (7:7). Μόνο επειδή ο νόμος απαγορεύει το αντικείμενό του δημιουργείται η επιθυμία και γεννιέται η ελευθερία. Η αντιφατική σχέση με τις κοινωνικές απαγορεύσεις και τον νόμο δημιουργεί το άγχος. Αγχος είναι να θέλεις ό,τι απαγορεύεται, να αμφιβάλλεις για τον νόμο.

Κυριακή του Πάσχα

Στην ακολουθία της Ανάστασης ακούμε το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο με τις τρεις γυναίκες που πήγαν στον τάφο και συνάντησαν τον λευκοντυμένο νεαρό. Ο Ιωάννης (20,16) έχει μια πιο ενδιαφέρουσα περιγραφή. Η Μαρία Μαγδαληνή πηγαίνει στον τάφο και βλέπει τον Ιησού αλλά δεν τον αναγνωρίζει. Της λέει ο Ιησούς: «Γιατί κλαις; Ποιον ζητάς;». Η Μαρία τον περνάει για κηπουρό και απαντάει: «Αν τον βάστηξες εσύ, πες μου πού τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω». Της λέει ο Ιησούς, «Μαρία» και αυτή απαντάει «Δάσκαλε». Λέει ο Ιησούς:

«Μη μου άπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν». Γράφει ο μεγάλος φιλόσοφος Ζαν Λικ-Νάνσι: «Η αγάπη και η αλήθεια σε αγγίζουν απομακρύνοντάς σε: αναγκάζουν όσους τους πλησιάζουν να υποχωρήσουν, γιατί η ίδια τους η ύπαρξη αποκαλύπτει, στην αφή την ίδια, ότι είναι απρόσιτες… Το «Μη μου Απτου» λέει «να μη θέλεις να με αγγίξεις», ούτε καν να το σκεφτείς. Αλλά ακόμα και αν το κάνεις -και ίσως η Μαρία η Μαγδαληνή το κάνει, ίσως το χέρι της είναι ήδη τοποθετημένο στο χέρι εκείνου που αγαπάει, ή στα ρούχα του ή στο δέρμα του γυμνού σώματος- ξέχασέ το αμέσως. Δεν μπορείς να αγγίξεις ή να κρατήσεις τίποτα κι αυτό ακριβώς πρέπει να αγαπάς και να γνωρίζεις. Εκεί υπάρχει αλήθεια και αγάπη. Αγάπα αυτό που φεύγει. Αγάπα το ότι φεύγει».

«Μη μου άπτου». Η αφή, το άγγιγμα, η πιο ανθρώπινη αίσθηση. Οταν ακουμπάω το χέρι σου, ξέρω ότι είμαι με τον άλλο, μαζί. Ακουμπώντας, χαϊδεύοντας, φιλώντας γίνομαι άνθρωπος. Γι’ αυτό ο Ιούδας φίλησε τον Χριστό, για να τον κάνει άνθρωπο που πεθαίνει. Αλλά ο αναστημένος Χριστός δεν είναι άνθρωπος. Το σώμα δεν έχει ύλη, δεν μπορείς να το ακουμπήσεις. Μη μου άπτου. Δεν μπορείς να αγγίξεις τον Θεό ή την αλήθεια. Μόνο από μακριά, σε σκιές και οράματα, σε θαύματα και παραμύθια. Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις.

*Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, διευθυντής του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς»