«Ο Αγάθων ήταν χιουμορίστας άνθρωπος. Του άρεσαν τα καλαμπούρια και οι πλάκες, ήταν δίκαιος, άκακος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, ευγενής, ακούραστος, πρόθυμος, αλλά δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, γιατί ήταν αξιοπρεπής και είχε χαρακτήρα καθαρό», εκτιμά ο ερευνητής του ρεμπέτικου Πάνος Σαββόπουλος που τον είχε ζήσει.
Προσωπικά είχα γνωρίσει τον Αγάθωνα (Αγάθων Ιακωβίδης το πλήρες ονοματεπώνυμό του, αλλά ήταν περισσότερο γνωστός με το μικρό του όνομα) σε εκδήλωση του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, με συντονιστή τον Πάνο Σαββόπουλο, με τίτλο «Ρεμπέτες ρεπόρτερ». Ηγουν, τραγούδια γνωστών συνθετών του ρεμπέτικου που κατέγραψαν πραγματικά συμβάντα της εποχής τους.
Η εκδήλωση-συναυλία πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, στις 13 Απριλίου 2013, με τον Αγάθωνα επικεφαλής λαϊκής ορχήστρας. Και είχε τόση επιτυχία ώστε επαναλήφθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου στο Polis Art Café (Στοά Βιβλίου). Με τον Αγάθωνα να έχει γίνει περισσότερο γνωστός όταν τον ίδιο χρόνο (2013) συμμετείχε, επικεφαλής του συγκροτήματος Kosa Mostra, στον διαγωνισμό Γιουροβίζιον (πρώτη φορά ρεμπέτικα στον εν λόγω διαγωνισμό), με το τραγούδι Alcohol is Free, όπου κατέλαβε την 6η θέση.
Ο Αγάθωνας, που διέπρεπε κυρίως στη Θεσσαλονίκη, έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή στα 65 του, από ανακοπή, στις 5 Αυγούστου 2020, πριν από έναν χρόνο (εξ ου και η παρούσα μνεία). Και είναι ο Πάνος Σαββόπουλος που έχει να πει κάτι περισσότερο:
Γνώστης
«Τον Αγάθωνα τον γνώρισα το 1986, όταν γύρισα από την Σουηδία. Ηξερα όμως τις δραστηριότητές του με το “Ρεμπέτικο συγκρότημα Θεσσαλονίκης” και τις καινοτομίες που έφερε στις επανηχογραφήσεις ρεμπέτικων τραγουδιών. Οι περισσότεροι, τότε, ηχογραφούσαν μόνο πασίγνωστα τραγούδια του ρεμπέτικου. Ο Αγάθων, αντίθετα, πρόβαλε από την αρχή στο κοινό άγνωστους παλιούς δημιουργούς, όπως ο Γιοβάν Τσαούς και ο Κώστας Σκαρβέλης, με άγνωστα, αλλά σπάνιας ομορφιάς τραγούδια. Το συνολικό ρεπερτόριό του αποτελούνταν από αυστηρά επιλεγμένα ρεμπέτικα της περιόδου 1930-1955 και κάποια μικρασιάτικα παραδοσιακά.
Γίναμε φίλοι από την αρχή της γνωριμίας μας και με εντυπωσίασε το πόσο βαθιά ήξερε το ρεμπέτικο τραγούδι. Οι ώρες που μελετούσε τα ρεμπέτικα στο σπίτι του (από δίσκους 78 στροφών) ήταν πολύ περισσότερες από τις ώρες που έπαιζε στο πάλκο, που κι αυτές ήταν αμέτρητες. Είχα παρακολουθήσει αρκετές πρόβες του και πάντα με εντυπωσίαζε η λεπτομέρεια που ήθελε στην ερμηνεία των τραγουδιών, τόσο από τις φωνές όσο και από τα όργανα, τα οποία έτσι κι αλλιώς ήταν προσεκτικά διαλεγμένα. Οποιος άκουγε τον Αγάθωνα να τραγουδάει, καταλάβαινε αμέσως ότι πρόκειται για έναν γνώστη του τραγουδιού. Δεν προσπάθησε ποτέ να μιμηθεί κάποιον από τους γνωστούς δημιουργούς του ρεμπέτικου, τόσο όταν τραγουδούσε όσο κι όταν έπαιζε μπαγλαμά ή μπουζούκι.
Με τον Αγάθωνα κάναμε μοναδικά πράγματα για την προβολή του ρεμπέτικου. Για παράδειγμα, θεωρούνται σήμερα ντοκουμέντο οι 25 τηλεοπτικές εκπομπές στην ΕΡΤ3 με την “Ρεμπέτικη ιστορία”. Ετσι, για πρώτη φορά παρουσιάστηκε ένα τετράωρο αφιέρωμα στον Μάρκο Βαμβακάρη! Και με την ευκαιρία να σας πω πως ο Αγάθων ήταν ο πιο πιστός και εκφραστικός ερμηνευτής των τραγουδιών του Μάρκου! Επίσης κάναμε πολλές πρωτότυπες συναυλίες-παραστάσεις, με συγκεκριμένη θεματολογία, τραγούδια, φωτογραφικό υλικό της εποχής, συνδετικό λόγο και ενίοτε με χρήση γραμμοφώνου και χορευτών!
Χαμός έγινε όταν ανακοινώθηκε η συμμετοχή του στη Γιουροβίζιον. Αφ’ ενός μεν γιατί ήταν πρώτη φορά που κάποιος θα πήγαινε εκεί με μπαγλαμά, αφετέρου δε γιατί έπιασε θανάσιμη ζήλια τους ομοτέχνους του. Ακόμα και τα βραχνιασμένα “αηδόνια” από τον σκυλάδικο χώρο, με τα βαμμένα κομοδινί μαλλιά, έσκασαν απ’ το κακό τους…
Από την άλλη, τον “ξεζούμιζαν” οι ηλίθιες τηλεοπτικές “όρνιθες”. Τον καλούσαν για να τον εκνευρίσουν λέγοντας τα πικρά σχόλια από “συναδέλφους” του, ώστε να γίνεται… σίριαλ! Προσπαθούσα να τον πείσω να αρνείται, αλλά μου έλεγε με λυπημένα ματάκια “δεν μπορώ να πω όχι, γιατί πιθανά να νομίσουν ότι… σηκώνω μύτη”. Αφού πέρασε ο θόρυβος της Γιουροβίζιον, μου εξομολογήθηκε: “Δεν μετανιώνω που συμμετείχα στη Γιουροβίζιον, γιατί είδαν οι ξένοι ζωντανά ένα μπαγλαμαδάκι να παίζει σ’ ένα μοντέρνο ελληνικό τραγούδι. Ομως εμένα δεν με βοήθησε στις εμφανίσεις μου αυτή η συμμετοχή”!
Θεωρώ σημαντικό να τονίσω ότι από μαθητές του Αγάθωνα έχουν βγει δυνατοί μουσικοί του ρεμπέτικου, γιατί δεν δίσταζε να τους πει όλα τα μουσικά μυστικά που είχε μάθει ή είχε ανακαλύψει μόνος του. Κάποιοι απ’ αυτούς πίνουν νερό στο όνομά του γιατί τρώνε ψωμάκι!»
Στο πλαίσιο
«Ενός κακού μύρια έπονται…» – το γνωστό απόφθεγμα. Οπότε, μετά τη συνεχιζόμενη πανδημία, να οι υψηλές θερμοκρασίες, οι πυρκαγιές – να μη μείνει τίποτε απ’ ό,τι έχει απομείνει. Τα ίδια και χειρότερα στους γείτονες. «Τις έβαλαν οι Κούρδοι!» η εξήγησή τους, καθώς πάντα -το ’χουμε κι ελόγου μας αυτό…- φταίνε κάποιοι άλλοι. Εν τω μεταξύ οι αθλητές μας μάχονται στη χωρίς θεατές Ολυμπιάδα της Ιαπωνίας. Κι όταν κάποιοι αναπάντεχα πρωτεύουν και σπεύδει η Πολιτεία να δηλώσει υπερήφανη, αποκαλύπτεται παράλληλα και η ένδεια της έμπρακτης συμπαράστασής της.
Να μην ξεχνάμε και τις εκδόσεις – ειδικότερα όσον αφορά τα 200 χρόνια του 1821: «Διά χειρός τέκτονος…», ο τίτλος του βιβλίου-λευκώματος – υπότιτλος «Λιθανάγλυφα προεπαναστατικών εκκλησιών της Αρκαδίας», που υπογράφει η Μαρία Τσούπη, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του σωματείου «Ανθη της πέτρας». Η έκδοση επικεντρώνεται στον λιθόγλυπτο συμβολικό διάκοσμο τριών εκκλησιών της Αρκαδίας: του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, των Ταξιαρχών στα Λαγκάδια και του Αγίου Γεωργίου στη Στεμνίτσα. To κείμενο συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό της Αγγελικής Νικήτα. Εργο-συμβολή στην ανάδειξη «της νεότερης πολιτισμικής μας κληρονομιάς με τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση».
Στον ήρωα του 1821 Οδυσσέα Ανδρούτσο αφιερωμένο το νέο βιβλίο-θεατρικό έργο του Νίκου Περέλη «Οδυσσέας, Το λιοντάρι της Ηπείρου» (εκδ. Αγγελάκη). Εργο βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα «που διαμόρφωσαν την πορεία της επανάστασης». Συγγραφέας και σκηνοθέτης ο Περέλης, έχει σκηνοθετήσει σε κρατικά, δημοτικά και στο ελεύθερο θέατρο περί τα 150 έργα, μεταξύ των οποίων και δικά του.
ΚΑΙ… «Ολόκληρη ημέρα και δεν χτύπησε το τηλέφωνο». «Γιατί να χτυπήσει; Πήραμε κι εμείς κανέναν;»
