Η κατάρρευση της 2ης Σοσιαλιστικής Διεθνούς ως μιας επαναστατικής διεθνούς οργάνωσης και η ολοκληρωτική χρεοκοπία των μεγάλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων, εξαιτίας της «πατριωτικής» πολιτικής των ηγετικών τους ομάδων την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν έστρεψε τις ζωντανές δυνάμεις του κινήματος στην άρνηση του μαρξισμού και την εθνική μονομέρεια, όπως συνέβη δυστυχώς στα τέλη του 20ού και στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, αλλά αντίθετα τις προσανατόλισε στη δημιουργία μιας νέας διεθνούς οργάνωσης απαλλαγμένης από τη στενά εθνικιστική και σοβινιστική πολιτική της δεξιάς σοσιαλδημοκρατικής πτέρυγας και βασισμένης στις αρχές και τις ιδέες του μαρξισμού.
Με το ξέσπασμα του πολέμου, η μαρξιστική τάση της 2ης Διεθνούς ήταν μια μικρή μειοψηφία. Δεν έμεινε, ωστόσο, αδρανής. Το γεγονός ότι η Εκτελεστική Επιτροπή του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου (International Socialist Bureau – ISB), το ανώτατο όργανο της 2ης Διεθνούς, είχε ουσιαστικά αδρανοποιηθεί από τον φόβο της διάσπασης, εξαιτίας του εθνικιστικού προσανατολισμού και των ισχυρών αντιθέσεων ανάμεσα στις ηγετικές ομάδες των μεγάλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κόμματων, διευκόλυνε τις εξελίξεις. […]
Η σύσκεψη της Βέρνης
Η μαρξιστική και επαναστατική Αριστερά του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κινήματος δεν άργησε να συγκροτήσει τις δυνάμεις της ώστε να αντιμετωπίσει τον κυρίαρχο εθνικισμό των ηγετικών ομάδων των σοσιαλιστικών κομμάτων και της ηγεσίας της 2ης Διεθνούς. Η προκαταρκτική σύσκεψη, η οποία συνήλθε στη Βέρνη, στις 11 Ιουλίου του 1915, μετά από πρόσκληση του Ρ. Γκριμ, είχε αντικείμενο την προετοιμασία μιας διεθνούς συνδιάσκεψης. Στη σύσκεψη έλαβαν μέρος ο Γκριμ, ο Ζινόβιεφ, ο Αξελρόντ, ο Βάρσκι, ο Βαλέτσκι, η Μπαλαμπάνοβα και ο Μοργκάρι.
Ο Ζινόβιεφ, στη σύσκεψη διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν είχαν προσκληθεί και άλλες δυνάμεις της ευρωπαϊκής μαρξιστικής Αριστεράς –όπως οι Ολλανδοί μαρξιστές, οι Γερμανοί της ομάδας της επιθεώρησης Lichtstrahlen (Ακτίδες Φωτός) κ.λπ.– ενώ υποστήριξε και τις θέσεις του κόμματος των μπολσεβίκων.
«Συναντηθήκαμε για να καλέσουμε την εργατική τάξη να αναδιοργανωθεί και να αρχίσει να παλεύει για την ειρήνη» | Διακήρυξη της σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης του Τσίμερβαλντ (8.9.1915)
Στη σύσκεψη οι μπολσεβίκοι πρότειναν ένα δικό τους σχέδιο απόφασης. Με το σχέδιο αυτό το κόμμα των μπολσεβίκων έθεσε τις διαχωριστικές γραμμές της μαρξιστικής Αριστεράς:
«Η εργατική τάξη δεν μπορεί να πετύχει τους κοσμοϊστορικούς σκοπούς της αν δεν διεξαγάγει αποφασιστική πάλη με τον ανοιχτό οπορτουνισμό και τον σοσιαλσοβινισμό (η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας, ο Χάιντμαν, οι φαβιανοί και τα τρέιντ-γιούνιονς στην Αγγλία, ο Ρουμπανόβιτς, ο Πλεχάνοφ και το “Νάσια Ζάρια” στη Ρωσία κ.λπ.) όσο και με το λεγόμενο “κέντρο”, που παράδωσε τις θέσεις του μαρξισμού στους σοβινιστές […] Μόνο η κοινωνική επανάσταση του προλεταριάτου ανοίγει το δρόμο για την ειρήνη και την ελευθερία των εθνών».
Ο Ζινόβιεφ, στην έκθεση την οποία συνέταξε αμέσως μετά τη λήξη της σύσκεψης, αφού κατέγραψε τις πολιτικές διαφορές, κατέληξε στο συμπέρασμα πως «είναι καθαρό ότι στην πραγματικότητα η αποκαλούμενη συνδιάσκεψη των Αριστερών θα είναι μια συνδιάσκεψη των “συμφιλιωτών” του “Kέντρου” με τους σοσιαλσοβινιστές. Είναι καθαρό ότι κανένας δεν ενδιαφέρεται σοβαρά για τη σύγκληση της αποκαλούμενης Αριστερής συνδιάσκεψης». Ετσι, η σύσκεψη όχι μόνον δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει στο πλαίσιο, αλλά και δεν μπόρεσε να ορίσει τον χρόνο και να λύσει το επίδικο ζήτημα της εκπροσώπησης σε αυτή.
Σε τέσσερις άμαξες
Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς συνήλθε στο Τσίμερβαλντ της Ελβετίας, με πρωτοβουλία των Ιταλών και Ελβετών σοσιαλιστών, μια συνδιάσκεψη στην οποία προσκλήθηκαν «όλες οι εργατικές οργανώσεις οι οποίες έμειναν πιστές στην αρχή της πάλης των τάξεων και της διεθνούς αλληλεγγύης».

Στη συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ, η οποία συνήλθε από τις 5 μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου του 1915, έλαβαν μέρος 38 εκπρόσωποι σοσιαλδημοκρατικών κόμματων. Από τη Γερμανία συμμετείχαν –εκπροσωπώντας τόσο την πλατιά Αριστερά του κόμματος όσο και τη ριζοσπαστική Αριστερά της επιθεώρησης Die Internationale και των Διεθνιστών Σοσιαλιστών (ISD)– η Μπέρτα Ταλχάιμερ, ο Αντολφ Χόφμαν, ο Γκέοργκ Λέντεμπουρ, ο Γιούλιαν Μπόρχαρντ, ο Ερνστ Μάγερ κ.λπ. Από την τσαρική Ρωσία, ο Β. Λένιν και ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ εκπροσωπούσαν το κόμμα των μπολσεβίκων, ο Γιούλι Μάρτοφ και ο Πάβελ Αξελρόντ τους μενσεβίκους, ο Βίκτορ Τσερνόφ και ο Μαρκ Νατανσόν το κόμμα των Σοσιαλιστών Επαναστατών ή Εσέρων, ο Λέον Τρότσκι την ομάδα της εφημερίδας Nashe Slovo (Νάσε Σλόβο – Ο Κόσμος μας), ο Γιαν Μπερζίν τη λετονική σοσιαλδημοκρατία, ο Π. Λεμάνσκι ή Γκιρς την εβραϊκή Μπουντ, ο Καρλ Ράντεκ και ο Αντολφ Βάρσκι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Πολωνίας και της Λιθουανίας και ο Στανίσουαβ Ουαπίνσκι ή Πάβελ Λέβινσον το Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα εκπροσώπησαν ο Τσιατσίντο Σεράτι, ο Οντινο Μοργκάρι, ο Κονσταντίνο Λάτζαρι, ο Τζουζέπε Μοντιλιάνι και η Ανγκέλικα Μπαλαμπάνοβα. Ο Κριστιάν Ρακόφσκι, αντιπρόσωπος της ρουμανικής σοσιαλδημοκρατίας και ο Βασίλι Κολάροφ της τάσης των «στενών» της βουλγάρικης σοσιαλδημοκρατίας εκπροσώπησαν επίσης τη Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία. Οι συνδικαλιστές Αλμπέρτ Μπουρντερόν και Αρθουρ Μερχάιμ εκπροσώπησαν το γαλλικό αντιπολεμικό κίνημα και η Χενριέτα Ρόλαντ-Χολστ την ολλανδική ριζοσπαστική Αριστερά. Από τις σκανδιναβικές χώρες συμμετείχαν ο Σουηδός Τσετ Χόγκλουντ και ο Νορβηγός Τούρε Νέρμαν. Το Ελβετικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αρνήθηκε να λάβει μέρος στη συνδιάσκεψη και έτσι οι Ελβετοί Ρόμπερτ Γκριμ, Φριτς Πλάτεν, Ερνστ Γκράμπερ και Σαρλ Νεν υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν ως πρόσωπα. Οι Βρετανοί του Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος και του Σοσιαλιστικού Κόμματος αν και δήλωσαν συμμετοχή δεν μπόρεσαν τελικά να συμμετάσχουν στη συνδιάσκεψη από το γεγονός ότι δεν τους χορηγήθηκαν διαβατήρια, ενώ ο Καρλ Κάουτσκι και οι υποστηρικτές του δεν αποδέχτηκαν τη συμμετοχή τους.

Οι διεθνιστές όλου του κόσμου χωρούσαν, στα 1915, όπως χωράτευαν και οι σύνεδροι του Τσίμερβαλντ, μέσα σε τέσσερις άμαξες! Ο Τρότσκι, ο οποίος έλαβε μέρος στη συνδιάσκεψη, σημείωσε αργότερα στις αναμνήσεις του ότι ο Ελβετός σοσιαλιστής Γκριμ ήταν ο υπεύθυνος για την οργάνωση της συνδιάσκεψης: «Βρήκε [ο Γκριμ] για τις συνεδριάσεις ένα μέρος δέκα χιλιόμετρα από τη Βέρνη, σε ένα μικρό χωριό, το Τσίμερβαλντ, ψηλά στα βουνά. Οι αντιπρόσωποι στριμώχτηκαν μέσα σε τέσσερα αμάξια κι ανέβηκαν στα βουνά. Οι περαστικοί κοίταζαν θαμπωμένοι τούτο το παράξενο καραβάνι […] Μερικές μέρες αργότερα το όνομα Τσίμερβαλντ, της ολότελα άγνωστης αυτής πόλης, αντήχησε σ’ όλο τον κόσμο. Το γεγονός αυτό προξένησε τρομερή εντύπωση στον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου μας. Σα γνήσιος Ελβετός δήλωσε στον Γκριμ ότι ήταν σίγουρος πως η αξία του ακινήτου θα αυξανόταν και κατά συνέπεια ήταν διατεθειμένος να προσφέρει ένα γερό ποσό για την ίδρυση της ΙΙΙ Διεθνούς. Πάντως, πιστεύω πως πολύ γρήγορα θα άλλαξε γνώμη» (Λ. Τρότσκι: «Η ζωή μου», εκδόσεις Αλήθεια, σελ. 236-237).
Απέναντι στον πόλεμο
Στη συνδιάσκεψη εκδηλώθηκαν διαφορετικές απόψεις τόσο για το ποια ήταν η διέξοδος στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο όσο και για τις σχέσεις με τη 2η Διεθνή. Τη Δεξιά, πλειοψηφούσα τάση της συνδιάσκεψης, την αποτελούσαν οι περισσότεροι Γερμανοί αντιπρόσωποι, οι Ιταλοί σοσιαλιστές, οι Ρώσοι μενσεβίκοι και άλλοι, που υποστήριζαν το σύνθημα της ειρήνης και στο οργανωτικό πεδίο ήταν αντίθετοι με τη ρήξη και τη διάσπαση της Διεθνούς. Αντίθετα, η αριστερή, μαρξιστική πτέρυγα της συνδιάσκεψης, την οποία εκπροσωπούσαν 8 όλοι κι όλοι αντιπρόσωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Ρώσοι, υποστήριζε τις επαναστατικές θέσεις του Λένιν και της αντιπροσωπείας των μπολσεβίκων για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ενώ πρότεινε και την αποχώρηση από την παλιά Διεθνή και την ίδρυση της 3ης Διεθνούς. Ανάμεσα στα δύο αυτά βασικά ρεύματα υπήρχε και μια ενδιάμεση ομάδα 6 αντιπροσώπων, ανάμεσά τους ο Τρότσκι, ο Γκριμ, η Ρόλαντ-Χολστ και η Μπαλαμπάνοβα. Ο Λένιν, σε ένα άρθρο του στη «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», ανέφερε ότι «ο ιδεολογικός αγώνας στη συνδιάσκεψη έγινε ανάμεσα στη συσπειρωμένη ομάδα των διεθνιστών, των επαναστατών μαρξιστών, και στους ταλαντευόμενους –σχεδόν– καουτσκιστές που αποτελούσαν τη δεξιά πτέρυγα της συνδιάσκεψης» (Β. Λένιν: «Απαντα», τ. 27ος, σελ. 45).
Σε τρεις συνεδριάσεις, στις 7 Σεπτεμβρίου, η συνδιάσκεψη ασχολήθηκε με το φλέγον θέμα της τελικής απόφασης για το ζήτημα του πολέμου. Υποβλήθηκαν τρία σχέδια για την έκδοση του Μανιφέστου της συνδιάσκεψης. Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο βασικές τάσεις, την πασιφιστική και την επαναστατική, ήταν σημαντικές, με αποτέλεσμα το «κέντρο» της συνδιάσκεψης να προτείνει ένα ενδιάμεσο, συνθετικό κείμενο. Αποφασίστηκε να συγκροτηθεί μια επιτροπή ώστε να συνθέσει τις απόψεις και να εκδώσει ένα κοινό σχέδιο απόφασης. Συγκροτήθηκε, έτσι, μια επταμελής επιτροπή από τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Λέντεμπουρ, τον Γκριμ, τον Ρακόφσκι, τον Μοντιλιάνι και τον Μέρχαιμ. Η επιτροπή ανέθεσε στον Τρότσκι και τον Γκριμ να συντάξουν το τελικό κείμενο. Το κείμενο το οποίο ψηφίστηκε ήταν βασισμένο κυρίως στο σχέδιο που υπέβαλε στη συνδιάσκεψη ο Τρότσκι. Ο ίδιος ο Τρότσκι εκτίμησε αργότερα ότι «η επαναστατική πτέρυγα, μ’ επικεφαλής τον Λένιν, κι η ομάδα των ειρηνοφίλων, όπου ανήκε η πλειοψηφία των αντιπροσώπων, με δυσκολία κατάφεραν να συμφωνήσουν σ’ ένα κοινό μανιφέστο, που το σχέδιό του το επεξεργάστηκα εγώ. Το μανιφέστο δεν έλεγε όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν. Αποτελούσε όμως ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρός» («Η ζωή μου», σελ. 237).
Το σχέδιο ψηφίστηκε, τελικά, ομόφωνα. Το Μανιφέστο καυτηρίαζε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο:
«Οποια και να είναι η αλήθεια για το ποιος έχει την ευθύνη για την αφορμή που πυροδότησε τον πόλεμο, ένα είναι βέβαιο: Ο πόλεμος που προκάλεσε όλο αυτό το χάος είναι αποτέλεσμα του ιμπεριαλισμού […] Οι άρχουσες δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι οποίες κρατούν στα χέρια τους τα πεπρωμένα των εθνών, οι μοναρχικές και δημοκρατικές κυβερνήσεις, η μυστική διπλωματία, οι τεράστιες οργανώσεις των εργοδοτών, τα κόμματα των μεσαίων τάξεων, ο καπιταλιστικός Τύπος, η Εκκλησία, όλες αυτές οι δυνάμεις έχουν την πλήρη ευθύνη για αυτόν τον πόλεμο».
Στόχος της συνδιάσκεψης του Τσίμερβαλντ ήταν η προώθηση της ειρήνης και η αναδιοργάνωση του εργατικού κινήματος:
«Σε αυτή την αφόρητη κατάσταση συναντηθήκαμε όλοι μαζί, εκπρόσωποι των σοσιαλιστικών κομμάτων και συνδικάτων ή των μειοψηφιών τους, Γερμανοί, Γάλλοι, Ιταλοί, Ρώσοι, Πολωνοί, Λετονοί, Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Σουηδοί, Νορβηγοί, Ολλανδοί και Ελβετοί, εμείς που δεν υποστηρίζουμε την εθνική αλληλεγγύη με την τάξη των εκμεταλλευτών αλλά υποστηρίζουμε τη διεθνή αλληλεγγύη των εργατών και την πάλη της εργατικής τάξης. Συναντηθήκαμε για να αποκαταστήσουμε τους δεσμούς των διεθνών σχέσεων που έχουν διαρραγεί και για να καλέσουμε την εργατική τάξη να αναδιοργανωθεί και να αρχίσει να παλεύει για την ειρήνη. Αυτός ο αγώνας είναι επίσης αγώνας για την ελευθερία, για την αδελφοσύνη των εθνών, τον σοσιαλισμό».

Τρίτη Διεθνής;
Η συνδιάσκεψη απέρριψε, ωστόσο, την πρόταση της ριζοσπαστικής τάσης, η οποία έμεινε στην Ιστορία ως η «Αριστερά του Τσίμερβαλντ». Η αριστερή τάση κατέθεσε μια δήλωση και ζήτησε να συμπεριληφθεί και στα επίσημα πρακτικά. Η δήλωση, την οποία υπέγραψαν ο Λένιν, ο Ζινόβιεφ, ο Ράντεκ, ο Νέρμαν, ο Χέγκλουντ και ο Βίντερ ή Μπερζίν, αν και ανέφερε τις αδυναμίες της πλειοψηφίας, κατέληγε ότι η τάση θα υπερψήφιζε το μανιφέστο της συνδιάσκεψης:
«Το μανιφέστο που υιοθετήθηκε από τη Συνδιάσκεψη δεν μας ικανοποιεί πλήρως. Δεν περιέχει κανένα χαρακτηρισμό είτε για τον απροκάλυπτο οπορτουνισμό ή για τον οπορτουνισμό που κρύβεται πίσω από τη ριζοσπαστική φρασεολογία, τον οπορτουνισμό ο οποίος δεν είναι μόνο η κύρια αιτία της κατάρρευσης της Διεθνούς αλλά και προσπαθεί να διαιωνίσει αυτήν την κατάρρευση. Το μανιφέστο δεν περιέχει καμιά ξεκάθαρη αναφορά στα μέσα πάλης κατά του πολέμου. Οπως έχουμε κάνει μέχρι τώρα, θα συνεχίσουμε να υπερασπίζουμε στον σοσιαλιστικό Τύπο και στις συναντήσεις της Διεθνούς την ξεκάθαρη μαρξιστική θέση για τα καθήκοντα που θέτει στο προλεταριάτο η εποχή του ιμπεριαλισμού. Ψηφίζουμε υπέρ του μανιφέστου επειδή το θεωρούμε κάλεσμα στην πάλη και σε αυτή την πάλη ανυπομονούμε να βαδίσουμε δίπλα σε άλλα τμήματα της Διεθνούς. Ζητάμε η παρούσα δήλωση να συμπεριληφθεί στην επίσημη έκθεση».
Την περίοδο αυτή η μαρξιστική και ριζοσπαστική Αριστερά της Διεθνούς είχε διαχωριστεί από τις πασιφιστικές αντιλήψεις και είχε υιοθετήσει μια σκληρή αντιπολεμική στάση:
«Η απαρχή αυτού του αγώνα είναι η πάλη εναντίον του παγκόσμιου πολέμου και για να τελειώσει αυτή η ανθρωποσφαγή. Αυτή η πάλη απαιτεί την άρνηση [των σοσιαλιστών βουλευτών] να ψηφίσουν τις πολεμικές πιστώσεις, την αποχώρηση των [σοσιαλιστών] υπουργών από τις κυβερνήσεις […] την οργάνωση αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, την προπαγάνδα υπέρ της διεθνούς αλληλεγγύης στα χαρακώματα, την υποστήριξη των οικονομικών απεργιών και την προσπάθεια να μετατραπούν σε πολιτικές απεργίες όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές. Το σύνθημά μας είναι εμφύλιος πόλεμος και όχι κοινωνική ειρήνη ανάμεσα στις τάξεις».
Ο Ζινόβιεφ, εξιστορώντας αργότερα την πορεία του κόμματος, εκτίμησε ότι η Αριστερά του Τσίμερβαλντ υπήρξε στην ουσία ο πρώτος πυρήνας για τη συγκρότηση της 3ης Διεθνούς: «Λάβαμε μέρος στη συνδιάσκεψη του Τσίμερβαλντ στην οποία συγκροτήσαμε μια αδύναμη μειοψηφία και οργανώσαμε την Αριστερά του Τσίμερβαλντ, η οποία στην πράξη λειτούργησε ως ο πρώτος πυρήνας της μελλοντικής Τρίτης Διεθνούς» (Grigorii Zinoviev: «History of the Bolshevik Party, from the beginnings to the February 1917», New Park Publications, σελ. 188-189).
Οργανωτική συγκρότηση
Η συνδιάσκεψη, παρότι απέρριψε την πρόταση για τη δημιουργία της 3ης Διεθνούς, συγκρότησε μια «Διεθνή Σοσιαλιστική Επιτροπή» (Internationale Sozialistische Kommission – ISK) με έδρα τη Βέρνη, η οποία και αποτέλεσε το οργανωτικό κέντρο της διεθνούς αυτής συσπείρωσης, στην ουσία της αριστερής πτέρυγας της 2ης Διεθνούς. Το Δελτίο –Bulletin Internationale Sozialistische Kommission– το οποίο εξέδωσε η Επιτροπή, στο πρώτο του τεύχος στις 21 Σεπτεμβρίου του 1915, στο οποίο δημοσιεύτηκε η Διακήρυξη και ο επίσημος απολογισμός της συνδιάσκεψης, ανέφερε ότι «αυτή η Γραμματεία δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποκαταστήσει το σημερινό Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο, και πρέπει να διαλυθεί μόλις το Γραφείο γίνει όργανο που θα ανταποκρίνεται πέρα για πέρα στον προορισμό του».
Στην Επιτροπή εκλέχτηκαν ο Γκριμ, ο Μοργκάρι, η Μπαλαμπάνοβα και ο Νεν. Η Μπαλαμπάνοβα έγραψε στις αναμνήσεις της ότι «η συνδιάσκεψη εξέλεξε μια Εκτελεστική Επιτροπή από τέσσερα μέλη: τον Ρόμπερτ Γκριμ και τον Σαρλ Νεν από το Ελβετικό κόμμα, τον Μοργκάρι και εμένα από το Ιταλικό κόμμα. Η έδρα του κινήματος εγκαταστάθηκε στη Βέρνη και η Εκτελεστική Επιτροπή ονομάστηκε Διεθνής Σοσιαλιστική Επιτροπή (ΔΣΕ)» (A. Balabanoff, «My life as a rebel», σελ. 137). Τον ίδιο μήνα η Διεθνής Σοσιαλιστική Επιτροπή της κίνησης ενημέρωσε τα μέλη της ότι αποφάσισε να συγκροτήσει ένα μόνιμο συμβουλευτικό όργανο, τη «Διευρυμένη Επιτροπή».
Η Αριστερά του Τσίμερβαλντ σύντομα, τον Νοέμβριο του 1915, κυκλοφόρησε τις απόψεις της εκδίδοντας, με μορφή μπροσούρας στα γερμανικά, την πρώτη και μοναδική έκδοση των Internationale Fluggblätter No 1 (Διεθνή Φυλλάδια Νο 1) με υπότιτλο «Η Αριστερά του Τσίμερβαλντ για τα καθήκοντα της εργατικής τάξης». Ο Λένιν, λίγες ημέρες πριν από την έκδοση, έστειλε μια επιστολή στην Αλεξάνδρα Κολοντάι στη Ν. Υόρκη με την οποία την ενημέρωνε ότι «τις μέρες αυτές θα εκδώσουμε εδώ (στα γερμανικά και στη συνέχεια ελπίζουμε να τη βγάλουμε και στα γαλλικά και, αν καταφέρουμε να τα φέρουμε βόλτα με τα λεφτά, στα ιταλικά) μια μικρή μπροσούρα εξ ονόματος της Αριστεράς του Τσίμερβαλντ. Κάτω από τον τίτλο αυτό θα θέλαμε να κάνουμε γνωστή σε πλατύτερη όσο το δυνατή διεθνή κλίμακα την αριστερή ομάδα μας στο Τσίμερβαλντ…» («Απαντα», τόμος. 49ος, σελ. 163).
Τα οικονομικά της Αριστεράς του Τσίμερβαλντ ήταν, βέβαια, περιορισμένα. Ο Καρλ Ράντεκ ανέφερε αργότερα ότι το ταμείο «είχε δημιουργηθεί ως εξής: ο Βλαντίμιρ Ιλιτς [Λένιν] συνεισέφερε από τους μπολσεβίκους 20 φράγκα, ο Μπόρχαρντ από τους Γερμανούς αριστερούς 20 φράγκα και εγώ από την τσέπη του Χανέκι 10 φράγκα στο όνομα των Πολωνών Σοσιαλδημοκρατών. Με αυτό τον τρόπο η μελλοντική Κομμουνιστική Διεθνής είχε στη διάθεσή της για την κατάκτηση του κόσμου 50 φράγκα».
Στελέχη της Αριστεράς του Τσίμερβαλντ κυκλοφόρησαν, τον Ιανουάριο του 1916, το πρώτο τεύχος της θεωρητικής επιθεώρησης Vorbote (Αγγελιοφόρος) με εκδότες τον Αντον Πάνεκουκ και τη Χ. Ρόλαντ-Χολστ της ολλανδικής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Σύντομα, με τροποποίηση του κανονισμού, στη συντακτική επιτροπή της επιθεώρησης προσχώρησαν ο Λένιν, ο Ζινόβιεφ, ο Ράντεκ και ο Ράβεσταϊν, με αποτέλεσμα η επιθεώρηση να εκφράζει το σύνολο των απόψεων της Αριστεράς του Τσίμερβαλντ. Στην επιθεώρηση Vorbote ο Λένιν δημοσίευσε το άρθρο «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς» και το άρθρο «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών». Το πρώτο τεύχος της επιθεώρησης έθεσε τον στόχο της συγκρότησης της 3ης Διεθνούς:
«Η συγκρότηση της Τρίτης Διεθνούς θα καταστεί εφικτή μόνο μετά την αποφασιστική ρήξη με τον σοσιαλ-πατριωτισμό. Κατά συνέπεια, στηρίζουμε την ίδια πλατφόρμα με την Αριστερά του Τσίμερβαλντ…».
«Εχουμε πια διάσπαση»
Η διευρυμένη σύνοδος της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Επιτροπής (ISK) πραγματοποιήθηκε, από τις 5 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου του 1916, στη Βέρνη. Αρχικά είχε προγραμματιστεί μια κανονική συνδιάσκεψη της κίνησης, αλλά η απουσία των Γάλλων και των Αγγλων αντιπροσώπων λόγω αντικειμενικών δυσκολιών είχε ως αποτέλεσμα οι συμμετέχοντες να μετατρέψουν τον χαρακτήρα της συνόδου και να τη χαρακτηρίσουν όχι συνδιάσκεψη αλλά διευρυμένη σύνοδο της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Επιτροπής.
Στη σύνοδο συμμετείχαν ο Γκριμ, ο Πλάτεν, ο Λένιν, ο Μάρτοφ, ο Αξελρόντ, ο Ριαζάνοφ, ο Γκιλμπό, ο Σεράτι, ο Μοντιλιάνι, ο Ράντεκ, ο Ρακόφσκι, η Μπ. Ταλχάιμερ και άλλοι. Παρά τους προβληματισμούς η σύνοδος αποφάσισε να εκδώσει ένα μανιφέστο και να συγκαλέσει μια νέα διεθνή συνδιάσκεψη της κίνησης. Ο Ζινόβιεφ, με την «Επιστολή στους Σλιάπνικοφ, Μπουχάριν, Πιατακόφ και άλλους», τους ενημέρωσε για αυτή τη συνδιάσκεψη: «Το βασικό ζήτημα στη συνδιάσκεψη της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Επιτροπής ήταν η έκδοση ενός μανιφέστου […] Οταν το ζήτημα του μανιφέστου τέθηκε στη συνδιάσκεψη, αμέσως έγινε φανερό ότι κανένας δεν επιθυμούσε ένα τέτοιο μανιφέστο (η οποιοδήποτε μανιφέστο γι’ αυτό το θέμα) εκτός από την ομάδα μας. Εγινε φανερό ότι ένα τέτοιο μανιφέστο θα σήμαινε ένα μεγάλο βήμα στην κατεύθυνση της δικής μας πολιτικής».
Το σχέδιο του μανιφέστου, το οποίο είχε συντάξει ο Γκριμ, βασιζόταν στις θέσεις τις οποίες είχε καταθέσει η γερμανική ομάδα «Die Internationale» (Η Διεθνής) και τις είχε συντάξει η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Σχέδιο απόφασης υπέβαλαν, επίσης, από κοινού οι υποστηρικτές των εντύπων Nashe Slovo και La Vie Ouvrière το οποίο είχαν συντάξει ο Τρότσκι, ο Ροσμέρ, ο Μέρχαϊμ και οι σύντροφοί τους, ενώ σχέδιο δράσης υπέβαλαν και εκπρόσωποι του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και της Επαναστατικής Σοσιαλιστικής Ενωσης από την Ολλανδία.
Οι συζητήσεις ήταν ως συνήθως και μακρές και έντονες. Ο Ζινόβιεφ, στην επιστολή του, περιέγραψε τα βασικά επίδικα της συνόδου: «Υστερα από μακρές συζητήσεις σε δύο συνεδριάσεις αποφασίστηκε να μετατραπεί το μανιφέστο σε απλή έκκληση με τη μορφή εγκυκλίου επιστολής […] και για τη συγγραφή της εκλέχθηκε μια επιτροπή. Ολοι στην επιτροπή αντιτάχθηκαν στο προσχέδιο του Γκριμ, εκτός του ίδιου του Γκριμ και της δικής μας αντιπροσωπείας. Παρ’ όλα αυτά, το προσχέδιο του Γκριμ θεωρήθηκε η βάση για την έκκληση, καθώς δεν υπήρχε έτοιμο άλλο προσχέδιο. Μερικές ακόμα ώρες εργασίας και το μανιφέστο έγινε αποδεκτό σε ακόμη πιο αποφασιστική μορφή […] Ενα άλλο σημαντικό ζήτημα αφορούσε την επόμενη συνδιάσκεψη των Τσιμερβαλντιστών. Αποφασίστηκε το κάλεσμα στη συνδιάσκεψη να γίνει δημοσίως. Αυτό σημαίνει και πάλι νίκη μας εναντίον των “διπλωματών” που δεν ήθελαν να είναι δημόσιο».
Η εγκύκλιος επιστολή «Προς όλα τα προσκείμενα κόμματα και ομάδες», την οποία απέστειλε η σύνοδος της Βέρνης, ενημέρωσε τα κόμματα για τις εξελίξεις στον χώρο της αντιπολεμικής Αριστεράς και ανήγγειλε το δεύτερο συνέδριο της κίνησης:
«Τον Σεπτέμβριο του 1915 στο Τσίμερβαλντ, αντιπρόσωποι από σοσιαλιστικές οργανώσεις και ομάδες έκαναν το πρώτο πρακτικό βήμα για την αποκατάσταση των διεθνών προλεταριακών σχέσεων πάνω στη βάση της ταξικής αλληλεγγύης, η οποία δεν γνωρίζει ούτε κρατικά ούτε εθνικά όρια […] Με τη συμφωνία των αντιπροσώπων των συνδεδεμένων οργανώσεων η Διεθνής Σοσιαλιστική Επιτροπή στη Βέρνη θα προετοιμάσει, επίσης, τη Δεύτερη Διεθνή Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη, η οποία θα συνεχίσει και θα ισχυροποιήσει το έργο που άρχισε στο Τσίμερβαλντ».
Το κόμμα των μπολσεβίκων ανέπτυξε και σε αυτή τη συνάντηση τις δικές του ξεχωριστές απόψεις για τον πόλεμο καθώς και για την ανάγκη του πλήρους διαχωρισμού από την παλιά Διεθνή: Η «Πρόταση της Κ.Ε. του ΣΔΕΚΡ στη δεύτερη σοσιαλιστική συνδιάσκεψη», η οποία δημοσιεύθηκε στο Δελτίο της Επιτροπής, Bulletin Internationale Sozialistische Kommission, στις 22 Απριλίου του 1916, υποστήριζε την ανάγκη της διάσπασης με τη δεξιά και την κεντρώα τάση της 2ης Διεθνούς:
«Σ’ όλο τον κόσμο στην πραγματικότητα έχουμε πια διάσπαση, εκδηλώθηκαν κιόλας δύο εντελώς ασυμβίβαστες πολιτικές της εργατικής τάξης απέναντι στον πόλεμο […] Οι σοσιαλσοβινιστές και οι καουτσκιστές όλων των χωρών θ’ ασχοληθούν με την ανασύσταση του χρεοκοπημένου Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου. Καθήκον των σοσιαλιστών είναι να εξηγούν στις μάζες πως είναι αναπόφευκτη η διάσπαση με κείνους που εφαρμόζουν την πολιτική της αστικής τάξης κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού».
