Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ορθή γραφή της φετινής παράστασης του Δημοτικού της Κρήτης ήταν ένας μόνο από τους λόγους τριβής μετά την πρώτη εμφάνιση της εν λόγω παραγωγής.

Αν και φιλόδοξη και υποσχόμενη, ειδικά μετά τις προηγούμενες επιτυχίες της ομάδας ΙΔΕΑ (Κώστας Γάκης, Αθηνά Μουστάκα και Κωνσταντίνος Μπιμπής), στην πράξη η πρόταση, είτε γραμμένη με -ι είτε με -ει, είναι αλήθεια ότι αντιμετώπισε περισσότερες αντιρρήσεις παρά αποδοχή.

Κι αυτό όχι τόσο για την ίδια την αρχική ιδέα. Μετά τις τόσες αριστοφανικές παραστάσεις, ποιος θα αρνηθεί εκ των προτέρων μια δροσερή, ελαφριά και επιτηδευμένα αφελή μετα-αριστοφανική διασκέδαση, επί του συνόλου και ισολογιστικά, ώστε να καταλάβουμε πού βαδίζουμε με τον αρχαίο μας ποιητή;

Ειδικά όταν αυτή η «Αριστοφανιάδα» εκτός από μια κάτοψη του κωμικού διασωθέντος έργου του, φαίνεται να προεκτείνει και μια νεανική εκδοχή περί ανεβάσματος του κλασικού εν γένει: χωρίς παρωπίδες, βαρίδια και χωρίς πολλή φιλολογική περίσκεψη, μια σκηνή που γεμίζει με τον ηθοποιό, τη δική του μαρτυρία, το δικό του άθλημα.

Αυτό το είδος έχει ήδη χαρακτηριστεί μοντέρνο βαριετέ, και πολύ σωστά. Πρόκειται για έναν θίασο που επιδίδεται στην τέρψη των φίλων και θεατών του σε μια ανοιχτή, θεατρικαλιστική και «ωμή» επιτήδευση της τέχνης του.

Αυτό που προβάλλεται σε πρώτο πλάνο δεν είναι ο Αριστοφάνης ούτε κάποιο από τα έργα του, αλλά ο ηθοποιός και η αλχημιστική ικανότητά του να μεταμορφώνει το πιο απλό στοιχείο σε χρυσάφι, παντού, πάντα και με κάθε τρόπο.

Λαϊκό θέατρο

Ο Αριστοφάνης παθαίνει ανακοπή στη διάρκεια μιας πρόβας με τους ηθοποιούς του θιάσου του – κι όπως είναι επόμενο διαβαίνει τον Αχέροντα για να συναντήσει τον Αδη σε πλήρη κωμική εξάρτυση. Ζητάει λοιπόν από τον νέο του θεατρώνη λίγες μέρες διορία για να ολοκληρώσει το νέο έργο του, το οποίο επιγράφει κιόλας «Πενία».

Δύσκολα πράγματα – ακόμα και για τους «Βατράχους». Η αντιπρόταση είναι να δεχθεί να παρουσιάσει εν τάχει και συνοπτικά ένα ποτ πουρί από τα έργα του (τα διασωθέντα, εννοείται…), και μάλιστα κάθε φορά με κάποιο διαφορετικό, αντισυμβατικό, σύγχρονο αισθητικό εφέ.

Ετσι, θα κρίνουν οι θεατές -οι οποίοι τώρα δεν είναι άλλοι από τους πεθαμένους, και με μια ανατριχιαστική ακολουθία, εμείς οι ίδιοι, σαν θεατές του Αλσους-, μαζί με μία ακόμη αιφνιδιαστική επιτροπή από μεγάλους ρόλους όλων των εποχών.

Τέλος πάντων κατά πώς φαίνεται ο μακαρίτης διάβηκε στα Ηλύσια και αρκετά χρονικά επίπεδα, αφού έχει μεταφερθεί μυστηριωδώς στην εποχή μας, και συναντά έναν Αδη πολύ μεταμοντέρνο. Κάπως έτσι, η «Λυσιστράτη» παίζεται ας πούμε σαν παραμύθι, οι «Ορνιθες» παίζονται σαν θρίλερ και οι επιδόσεις κρίνονται από τον Αμλετ, τις τρεις αδελφές… κ.ο.κ., μέχρι να μαζευτούν όλα τα έργα και όλες οι ασκήσεις ύφους, να αποταμιευθεί η αναγκαία ευφορία και οι κριτές να καταλήξουν στην κρίση τους.

Ας αποκαλύψω το αποτέλεσμα: σαν άλλος Αισχύλος ο κωμικός μας κερδίζει στο τέλος τον αγώνα, αναβιώνει και αποφασίζει να παρουσιάσει το έργο του με νέο τίτλο: «Πλούτος»!

Είναι το καλύτερο φινάλε για μια περιπέτεια, μια αριστοφανιάδα, που εμπλούτισε στο μεταξύ τη συνείδησή του με τη γνώση του κέρδους από την αδικημένη, κατατρεγμένη και κακορίζικη συντεχνία του, του γέλιου, της χαράς και της σάτιρας.

Οπως καταλαβαίνετε, μια τέτοια δραματουργική μεταφορά φέρνει στον νου το ανεπανάληπτο εκείνο «όλος ο Σέξπιρ σε μια ώρα», αν σε αυτό προσθέσουμε μια δόση ιθαγενούς ευαισθησίας απέναντι στο μεγαλείο του αρχαίου κωμωδιογράφου, όπως και μια ισχυρή έλξη προς το λαϊκό κοινό των θερινών περιοδειών.

Κι αν θέλουμε να βάλουμε κι άλλη υποσημείωση στο σημείωμα, η κεντρική ιδέα ενός πλάνητα θιάσου που παίζει μπροστά στο παλκοσένικο κάποιο έργο, βγαλμένο από τη φιλολογική σκόνη και αναγεννημένο με την πνοή του λαϊκού θεάτρου, δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στο θέατρό μας – η βασική εικόνα ανήκει στον Σπύρο Α. Ευαγγελάτο και τη δική του επτανησιακή «Ιφιγένεια».

Γνωρίζω ότι βασικός στόχος της ομάδας είναι να επιστρέψει το θέατρο σε μια αναγεννημένη «λαϊκότητα», σε μια πλατιά διάχυση της τέχνης στηριγμένη στην ειλικρίνεια και εκατέρωθεν συναίνεση στις αξίες του θεάτρου. Είναι όμως καλό πάντα να γνωρίζουμε ότι αυτός ο δρόμος ούτε απάτητος είναι ούτε χωρίς επισημάνσεις.

Ο κίνδυνος είναι πάντα σε τέτοιες προτάσεις να ξεφύγει το πράγμα προς την παρωδία. Εχεις εξάλλου βάλει στο κέντρο συνειδητά έναν ηθοποιό αγριεμένο, ελευθερωμένο να σηκώσει μόνος του (ή με καλή παρέα) το θέατρο, με αυτοσχεδιασμούς, με τερτίπια νούτικα και πράγματα λαϊκά.

Στο Ηρώδειο όλες αυτές οι ενστάσεις μοιάζουν σοβαρές – αλλά όχι στο δροσερό Αλσος της Βεΐκου. Εκεί τα κριτήρια χαλαρώνουν και η αισθητική της πρότασης βρίσκει και τον χώρο και τον στόχο της. Προσωπικά κάθισα ήσυχος και απόλαυσα την παράσταση.

Πρόσεξα και εγώ ότι υπήρχε μια κοιλιά στην αρχή – και αυτό όχι λόγω φλυαρίας, αλλά γιατί η μεταφορά έγινε βιαστικά και επιπόλαια. Αρκετά σημεία τα βρήκα πράγματι διδακτικά – η πολιτική αγιογραφία του Αριστοφάνη δεν είναι ούτε καν πραγματολογικά σωστή. Ωστόσο υπήρχαν σημεία στα οποία και διασκέδασα και συγκινήθηκα.

Κυρίως σε όσα μπορούσα να διακρίνω την πάλη του ηθοποιού με τη σκηνή, την αγωνία του να γεμίσει με το δικό του εύρημα την παράσταση.

Ζωντανή μουσική

Οπως είναι επόμενο, η παράσταση έχει και ένα σημαντικό μουσικό μέρος, από τον Κώστα Γάκη, το οποίο εκτελείται ζωντανά από τον Στέφανο Τορτόπογλου επί σκηνής.

Εχει και το πολύ ωραίο σκηνικό της Παναγιώτας Κοκκορού, ένα τροχήλατο θέατρο που κουβαλάει μέσα του τον αιώνιο θίασο (με τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα), την ιστορία μαζί με τη διαχρονική του διάψευση: γιατί δεν φαντάζομαι να ξέφυγε από κανέναν ότι η παράσταση της ΙΔΕΑΣ είναι βυθισμένη στη μελαγχολία, την ήττα και το κατ’ επίφαση χαμόγελο.

Το κύριο θέμα της, μην το ξεχνάμε, είναι ο θάνατος: η φθορά, η φευγαλέα βραδιά, η αιώνια Κασσάνδρα της κωμωδίας.

Είναι και αυτά μέρος της κωμωδίας… Το μεγάλο πρόβλημα της παράστασης ήταν ότι οι πολλοί, καλοί ηθοποιοί δεν έδεσαν σε ενιαία ερμηνευτική ομάδα. Δεν ήταν παράσταση συνόλου, ακόμα και αν έμοιαζε με παράσταση καλής παρέας. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος φέρει αυτό το χαρακτηριστικό κουρασμένο ύφος, μια σκηνική νωχέλεια, σαν ήρωας του Νικολαΐδη.

Πιθανόν ωραία άποψη, μα μια κάποια άλλη συγκροτημένη σκηνοθετική ιδέα: εδώ βρίσκεται μόνος του απέναντι στον κομπέρ Γεράσιμο Γεννατά, τον πληθωρικό αλλά κάπως τηλεοπτικό Κώστα Πυρπασόπουλο, τους γνήσιους «βαριετίστες» Θάνο Τοκάκη και Ιωάννη Δρακόπουλο, το λυρικό αντίβαρο της Ευαγγελίας Μουμούρη. Μοιάζει η παράσταση να είναι σχισμένη στα τρία.

Και αυτό πάνω σε μια δραματουργία που αν το καλοσκεφτούμε, ούτε η ίδια δεν θέλει να την πάρουμε στα σοβαρά. Καθώς ωθεί σε άσκηση ύφους και στο θέατρο του επαγγελματία, είναι σαν να προσκαλεί ταυτόχρονα τον κάθε ηθοποιό να ξεφύγει σε ό,τι αρέσει στο κοινό και τον ίδιο. Ποιος εξάλλου μπορεί να κατηγορήσει ένα «μπουλούκι» για το ότι φέρεται με τους τρόπους του μπουλουκιού;

Κι ωστόσο κάτι υπάρχει από πίσω που με ενδιαφέρει. Μετά το «Ρωμαίο και Ιουλιέτα για 2» και το εξίσου πολυσυλλεκτικό «Δέντρο του Οιδίποδα», μοιάζει η ομάδα να μένει πιστή σε ένα καλλιτεχνικό όραμα.

Πιστή σε ένα θέατρο που έχει βάλει στόχο να εντυπωσιάσει όχι με την επηρμένη εγκεφαλικότητα και θεωρία, αλλά με ένα θέατρο άμεσο, αφοπλιστικό και βαθιά τίμιο. Οι αντιρρήσεις μας για την «Αριστοφανιάδα» έρχονται και παρέρχονται. Αυτό μένει.