Υπάρχει μια στιγμή στην παράσταση με τον παιχνιδιάρικα μεταμοντέρνο τίτλο «Haribo Kimchi» του Φεστιβάλ στην οποία ο θεατής συνειδητοποιεί ότι αυτή δεν αφορά πραγματικά το φαγητό. Ή μάλλον πως το φαγητό αποτελεί εδώ απλώς το μέσον, την πιο απτή μορφή μέσω της οποίας η μνήμη, η μετανάστευση, η μοναξιά και η πολιτισμική ταυτότητα γίνονται αισθητές.
Ο Νοτιοκορεάτης καλλιτέχνης Γιάχα Κου έχει καλλιεργήσει εδώ και καιρό μια μοναδική θεατρική γλώσσα, συνδυάζοντας την αυτοβιογραφική αφήγηση, τη μουσική, τη video art και τα τεχνολογικά object σε παραστάσεις που δημιουργούν ένα γόνιμο πεδίο μεταξύ του ντοκιμαντέρ, της αυτομυθοπλασίας και της θεατρικής εγκατάστασης. Στο «Haribo Kimchi», το πιο προσωπικό ίσως έργο του μέχρι σήμερα, στρέφει την προσοχή του στην εμπειρία της πολιτισμικής αποξένωσης και στις οδυνηρές διαδικασίες τού ανήκειν που τη συνοδεύουν.
Η παράσταση ξεδιπλώνεται στο περιβάλλον ενός «pojangmacha», των ανεπίσημων εκείνων νυχτερινών πάγκων φαγητού που είναι διάσπαρτοι στο αστικό τοπίο της Νότιας Κορέας. Καθώς ο Κου μαγειρεύει επί σκηνής, ετοιμάζοντας φαγητό για δύο θεατές από το κοινό που καλούνται να τον συνοδεύσουν, οι ιστορίες του αναδύονται φαινομενικά τόσο φυσικά όσο τα αρώματα που αναδίδονται από τα τηγάνια του (φαντάζομαι οι σημειολόγοι θα τρίβουν τα χέρια τους, ανακαλύπτοντας μια παράσταση στην οποία αληθινά υπάρχουν «οσφρητικά», μεταξύ των υπολοίπων, σημεία). Ο ήχος των λαχανικών που τηγανίζονται, το ρυθμικό κόψιμο των φρέσκων κρεμμυδιών από τον καλλιτέχνη, η πικάντικη μυρωδιά του κίμτσι (λαχανικά που έχουν υποστεί ζύμωση) και του σκόρδου μεταμορφώνουν τη σκηνή σε ένα ζωντανό περιβάλλον γεμάτο κάπως περίεργες για το συμβατικό θέατρο εντυπώσεις. Το κοινό δεν περιορίζεται απλώς στο να παρακολουθεί, αλλά μυρίζει, ακούει και σχεδόν γεύεται τον κόσμο που ανακαλείται – στο τέλος μάλιστα προσκαλείται στη σκηνή να δοκιμάσει τα φαγητά της καντίνας.
Οπως είναι προφανές, το φαγητό σημαίνει εδώ γλώσσα, μνήμη και πατρίδα μαζί. Γιατί όσο ετοιμάζει ζωντανά για εμάς τις λιχουδιές του, ο Κου αρχίζει να μιλάει… Εξιστορεί μια σειρά δικών του ιστοριών, παράλογων, μελαγχολικών, αστείων ή και περιστασιακά οδυνηρών, για τη διασπορά της κορεατικής κουλτούρας, για την εμπειρία του ρατσισμού, για τις πιέσεις της αφομοίωσης και -όπως πάντα- για τη νοσταλγία της μακρινής αλλά και της «μέσα πατρίδας».
Ο ίδιος ο τίτλος συνοψίζει τις αντιφάσεις της μαρτυρίας του. Τα «Haribo» και «Kimchi» αντιπροσωπεύουν δύο φαινομενικά ασύμβατους πολιτισμικούς κόσμους, η συνάντηση των οποίων δημιουργεί μια νέα, ασταθή ταυτότητα. Η παράσταση υποδηλώνει επανειλημμένα πως η ταυτότητα δεν είναι κάτι σταθερό, δεν κληρονομείται και δεν παραμένει ανέπαφη. Είναι αντίθετα κάτι που ζυμώνεται, που μεταβάλλεται αποκτώντας νέες γεύσεις, που «μαγειρεύεται» μέσω της επαφής της με άλλους πολιτισμούς.
Ωστόσο ίσως το μεγαλύτερο ατού του Κου έγκειται στην άρνησή του να υιοθετήσει σε όλα αυτά μια «σοβαρή» στάση. Ακόμα και όταν ασχολείται με την αποξένωση και τις προκαταλήψεις, προσεγγίζει το υλικό του με αφοπλιστική αθωότητα και κρυφό χιούμορ. Ενα μωρό χέλι, ένα σαλιγκάρι που τραγουδά, φιγούρες από ζελεδάκια και ρομποτικά φιδάκια γεμίζουν τη σκηνή, δημιουργώντας ένα σύμπαν όπου το φανταστικό και το αυτοβιογραφικό συνυπάρχουν αβίαστα. Η δραματουργία, από την άλλη, παραμένει χαρακτηριστικά χαλαρή και συνειρμική. Η παράσταση ξεδιπλώνεται σαν ακολουθία παρεκβάσεων, καθοδηγούμενη λιγότερο από την πλοκή και περισσότερο από τη συναισθηματική λογική. Οι προβολές των βίντεο, η μουσική και το ζωντανό μαγείρεμα ενσωματώνονται με αξιοσημείωτη ακρίβεια, δημιουργώντας μια θεατρική υφή στην οποία κανένα μέσο δεν κυριαρχεί πάνω στα άλλα.
Ειδική θέση κατέχει η τεχνολογία, που παρουσιάζεται εδώ σε μικρή κλίμακα, σαν σύντροφος της ανθρώπινης ευαλωτότητας. Γιατί η αληθινή αίσθηση της παράστασης πηγάζει ασφαλώς από την υποδήλωση της μοναξιάς. Της μοναξιάς του αόρατου μετανάστη που, ξεριζωμένος από την πατρίδα του και τις αισθήσεις της, ζητάει να ακουμπήσει προσωρινά πάνω σε δυο αγνώστους που κάθισαν στο μαγαζάκι του. Ζητάει να τον ακούσουν αλλά κυρίως να τον «δουν».
Ακόμα κι αν όσα λέει δεν είναι ακριβώς «ενδιαφέροντα», «παγκόσμια», «βαθυστόχαστα» ή, έστω, «ανατολίτικα». Για εκείνη τη φορά που βρήκε ένα σαλιγκάρι στο δωμάτιό του… Οταν μια σφραγισμένη σακούλα με κίμτσι από τη γιαγιά του εξερράγη στο μπαλκόνι της διαμερίσματός του στο Βερολίνο… Για τότε που έτρωγε ζελεδάκια «Haribo» στη διάρκεια των μετακινήσεών του στις Βρυξέλλες… Για όταν του κλέψανε την τσάντα στο τρένο και δέχτηκε ρατσιστικά σχόλια από κάποιον υπάλληλο στο γραφείο πληροφοριών του σταθμού… Είναι κι αυτά όλα «πατρίδα». Μακριά από την πρώτη, που κουβαλάει όμως μέσα του ο καθένας σαν δική του.
Αν το «Haribo Kimchi» έχει κάποια αδυναμία, αυτή έγκειται στο ότι ορισμένες αυτοβιογραφικές αναφορές του κινδυνεύουν περιστασιακά να παραμείνουν στο επίπεδο της ανεκδοτικής αφήγησης, αντί να εξελιχθούν σε πιο σύνθετες διαπιστώσεις. Ωστόσο αυτό αντισταθμίζεται από την ειλικρίνεια, τη μορφολογική εφευρετικότητα και τη συναισθηματική γενναιοδωρία του όλου. Την τρυφερότητά του.
Ισως τελικά το «Haribo Kimchi» είναι μια παράσταση για την παράξενη αλχημεία μέσα από την οποία διαμορφώνονται οι ταυτότητες. Οπως η ίδια η ζύμωση του κίμτσι, η διαδικασία αυτή είναι αργή, απρόβλεπτη και μη αναστρέψιμη. Μα και κάτι άλλο ακόμη: Ανάμεσα στη Σεούλ, το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, ανάμεσα στο κίμτσι και τα Haribo, ο Κου αναζητά τον χώρο όπου οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον μέσα από τις μικρές και ανώνυμες ιστορίες τους. Λίγες σύγχρονες παραστάσεις κατορθώνουν να μιλήσουν γι’ αυτό με τόση τρυφερότητα, τόση σεμνότητα και τέτοιο ευθύβολο τρόπο.
