Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καλοτάξιδη να ’ναι η προσπάθεια της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου να επαναλειτουργήσουν την «Πόρτα», μεταλλάσσοντάς την σε κέντρο τεχνών, σε πολυδιάστατο, πολυφωνικό και πολύεδρο χώρο, σε μια σκηνή με πλήθος προτάσεων και πλούσιο πρόγραμμα, καταρτισμένα σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Είναι εξάλλου αυτή η μόνη διέξοδος προς τα εμπρός, και σε αυτόν τον δρόμο κινούνται πλέον οι περισσότεροι, άλλοι συνειδητά κι άλλοι παρασυρμένοι από την εποχή μας.

Κίνηση θεμιτή, αλλά διόλου εύκολη στην πράξη. Το πρόβλημα με όλες αυτές τις προσπάθειες «πολυσυλλεκτικότητας» είναι πως εκτός από το ότι είναι αμφίβολο αν η ίδια η ελληνική σκηνή μπορεί να εκπληρώσει (και να πληρώσει…) τόσες προσδοκίες κι ένα τέτοιο ρεπερτόριο, οι περισσότερες έχουν για αντίπαλό τους τον ίδιο τον παλιό εαυτό τους, την παράδοση που οι ίδιες έχουν δημιουργήσει στον χρόνο, την πιάτσα στην οποία ανήκει το θέατρο, τον αέρα που οι ίδιες διαθέτουν ως επιχείρηση. Με άλλα λόγια, το μεγάλο πρόβλημα είναι το ζήτημα «επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας», κάτι που χρειάστηκε κόπος και χρόνια για να αποκτηθεί, και που πρέπει τώρα να μεταλλαχθεί εκ βάθρων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Λούκος όταν θέλησε να «επαν-ιδρύσει» το Φεστιβάλ, διάλεξε έναν νέο, άγραφο, χώρο, στην Πειραιώς, για να ξεκινήσει. Δεν είναι κάτι που δεν ξεπερνιέται με αγάπη και καλή διάθεση, θέλει όμως δουλειά και, το κυριότερο, απαιτεί χρόνο. Δείτε το θέατρο «Πόρτα», λόγου χάρη. Διαθέτει για πολλούς ένα σαφές στίγμα στον χάρτη (με εξάντα ασφαλώς το θέατρο για παιδιά), εντούτοις η ίδια η διαμόρφωση, ο τόνος, το ίδιο το ύφος του θέτουν όρια που πρέπει τώρα να παραβιαστούν.

Για ένα διάστημα η «Πόρτα» μοιραία θα βαραίνει όσες προσπάθειες ζητούν ένα κοινό προδιατεθειμένο και ορεξάτο για άλλου είδους εμπειρίες. Μια τέτοια περίπτωση είναι, πιστεύω, το «Σλάντεκ».

Το «Σλάντεκ» φαίνεται εξαρχής να στερείται τη βασική σχέση χώρου και θεάματος. Στα δικά μου μάτια η παράσταση, που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Καραντζάς, έμοιαζε να στέκεται άβολα στο «Πόρτα». Εμοιαζε με πρόταση που έχει φτιαχτεί για κάπου αλλού, που παίζεται μπροστά σε μια «απ’ αλλού» πλατεία, που κατά βάθος θα ήθελε να βρίσκεται κάπου αλλού…

Δεν έφταιξε όμως μόνο αυτό για τις αρνητικές αρχικές προδιαγραφές της. Είναι και το ίδιο το έργο του Χόρβατ. Που ως γνωστόν αναλύει με μοναδικό τρόπο την άνοδο του ολοκληρωτισμού στο διάστημα του Μεσοπολέμου, πάνω στη διαλεκτική σχέση ατομικότητας και εθνικότητας. Μεταξύ του ενός και των πολλών, του πολίτη και της πατρίδας, της μονάδας και του συνόλου, με παράδειγμα ιστορικό, -τι άλλο;-, την ανάρρηση του φασισμού στη Γερμανία, έχοντας όμως σύγχρονη εφαρμογή τη θλιβερή κένωση της ατομικής ευθύνης προς χάρη της ομάδας και της «λεγεώνας».

Τα κάνει όλα αυτά, τα κάνει όμως με εγκεφαλικό τρόπο, με τη χαρακτηριστική γραμμή του Μεσοπολέμου, τον τρόπο του Μπίχνερ και την άποψη της εξπρεσιονιστικής φόρμας, με ένα τρόπο επεισοδιακό, αφηρημένο, επιτηδευμένα σπασμωδικό και τεχνηέντως παράκεντρο. Και το οποίο έχει σαν τελικό συμπέρασμα μια διόλου στερεότυπη ερμηνεία του φασισμού: ο φασισμός είναι το υλικό που γεμίζει εκτός από το κενό της αμορφωσιάς, εκείνο της ηθικής απορίας, της υπαρξιακής φοβίας μας απέναντι στη μοναξιά. Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο απόρροια της οικονομικής εξαθλίωσης, αλλά αποτέλεσμα μιας διαστρεβλωμένης κοινοτοπίας της σύγχρονης κοινωνίας, μια κάποια ιδεολογική λύση που καλλιεργούν η άγνοια και το μίσος σε ερείπια και υπόγεια.

Δεν πρόκειται για ολοκληρωμένη παρουσίαση αλλά για ένα επεισόδιο, για σύντομο δοκίμιο πάνω στην πτώση του Διαφωτισμού. Κι αυτό το ζόρικο συμπέρασμα πρέπει να συνδυαστεί εδώ με την εξ ορισμού ιδιόμορφη τεχνική του Καραντζά. Η πρόταση ζητά (και επεξεργάζεται με θαυμαστό τρόπο) τη χορική, σχεδόν χορωδιακή συνεκφώνηση των μελών, τον μινιμαλισμό των μέσων, κυρίως ζητά την εγρήγορση του θεατή, που οφείλει πλέον να κινηθεί χωρίς στηρίγματα ή σαφείς οδηγίες, κάνοντας πατινάζ πάνω στη μουσικότητα και την παγωμένη κοίτη του λόγου. Εδώ, η ασάφεια είναι ακριβώς το ζητούμενο. Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον κυκεώνα των ημερών; Ολα κινούνται με ταχύτητα, το ένα επικαλύπτει το άλλο, το μέλλον ελαύνει με γρήγορα και βαριά βήματα. Δεν είναι μόνο ο Σλάντεκ που δεν καταλαβαίνει: εμείς είμαστε πλέον ο Σλάντεκ.

Δύσκολος συνδυασμός, απαιτητικός, και για πολλούς απωθητικός. Το ωραίο με τον Καραντζά είναι πως κάνει ό,τι κάνει, ένα αληθινά δύσκολο θέατρο, με καλή διάθεση. Εδώ όμως θέλει και μια τουλάχιστον σπουδαία ερμηνεία. Και την έχει. Αυτή η παράσταση αξίζει και μόνο για να διαψευστούμε όσοι βρίσκουμε πως στο θεατρικό σύνολο η μονάδα χαραμίζεται. Ο Αρης Μπαλής σαν Σλάντεκ είναι αληθινή αποκάλυψη για το θέατρό μας. Σαν φιγούρα, σώμα, κίνηση, ερμηνεία, πρόσωπο δίνει την απόλυτη διάσταση του μεσοπολεμικού ανθρώπου, του παραζαλισμένου από τις περιρρέουσες θεωρίες, τις ημιθανείς φιλοσοφίες, την ηθική του όχλου, τα συνθήματα του μίσους, την ανοησία που εγκληματεί χωρίς να αντιλαμβάνεται ούτε το λάθος ούτε το έγκλημα. Ο,τι πιο αόρατο, ό,τι πιο επικίνδυνο.

Οι υπόλοιποι φτιάχνουν ένα ανάγλυφο από περιπτώσεις άλλοτε προσωπικές άλλοτε καίριες. Η Μαρία Κεχαγιόγλου είναι ασφαλώς η ωριμότερη από όλους, κι η παρουσία της λειτουργεί παραδειγματικά: γίνεται το στήριγμα για να πατήσει με τις αρβύλες του (δεν τις βλέπουμε, μα τις ακούμε ανάμεσα στις λέξεις) ο μαύρος στρατός: Αργύρης Πανταζάρας, Γιάννης Κλίνης, Αντώνης Αντωνόπουλος, Αινείας Τσαμάτης, Μιχάλης Οικονόμου. Δεν μοιράζονται μόνο τους ρόλους. Συνθέτουν ένα επίπεδο αφηρημένου ρεαλισμού, μια περίεργη κατάσταση μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, έναν εφιάλτη όπου η εφίδρωση είναι απολύτως αληθινή. Είναι ωστόσο αλήθεια ότι θα πρέπει η ομάδα να προσέξει περισσότερο το τέμπο της, που προφανώς από την ένταση κάποια στιγμή χάνει τον ρυθμό και διολισθαίνει προς την ταχυγλωσσία.

Θαυμάσια η μετάφραση της Θεοδώρα Καπράλου, από μόνη της μια θεατρική σκηνή. Βρήκα όμως προβληματικούς τους φωτισμούς της παράστασης. Ενιωσα πως με τη θέρμη τους προδίδουν την ουσία του έργου, έναν κόσμο άρρωστο, σε ακτινογραφία.