Διόλου τυχαία το θέατρό μας επανέρχεται για δεύτερη φορά στο εμβληματικό για τα νεότερα γράμματά μας έργο του Παύλου Μάτεσι, μόλις λίγα χρόνια μετά την πρώτη μεταφορά του στη σκηνή του Εθνικού, εκείνη την ενδιαφέρουσα αλλά μάλλον αδικημένη διασκευή του Νικίτα Μιλιβόγεβιτς. Αν θυμάμαι καλά, ο Σέρβος σκηνοθέτης είχε τότε διαβάσει το έργο μέσα από την οπτική της κοινωνικής κριτικής: στο κέντρο της αφήγησης βρισκόταν η πόλη, ένας χορός από ψυχές αγριεμένες από την αμάθεια, από την ανάγκη και τον φόβο.
Τώρα, όμως, στη διασκευή του σκηνοθέτη Σταύρου Τσακίρη, στο κέντρο μπαίνει πάλι το πρόσωπο της ανεπίσημης ιστορίας, το άτομο που συνθλίβεται και αναπηδά ζωντανό κάτω από τα βήματα του χρόνου. Στο κέντρο επιστρέφει η Ραραού, η μία και μοναδική, η ενδεικτική και παραδειγματική περίπτωση της πρώτης κατοχικής γενιάς. Μόνο που η δική της αυτοπροσωπογραφία δεν ακολουθεί ακριβώς, ούτε φιλοδοξεί να περιγράψει, τους δίσεκτους χρόνους της εξαθλίωσης και της αδικίας. Στη θέση του γεγονότος μπαίνει η ανείπωτη μαρτυρία και στη θέση του ιστορικού σχήματος το βίωμα. Η Ραραού είναι μια αλληγορική μορφή για τη γενιά που πέρασε από τα δεινά του πολέμου για να φτάσει κάποτε στις παρυφές της μετεμφυλιακής συμβίωσης. Είναι μια ιστορία των χρόνων ανεστραμμένη, όπως την κοιτούν από κάτω προς τα πάνω οι έσχατοι, όπως κοιτούν την ευμάρεια μιας πόλης οι ανυπόδητοι παρίες της. Είναι μια ιστορία από τη μεριά όχι εκείνων που τη διαμορφώνουν ή τη γράφουν, αλλά που την υφίστανται.
Αυτό τον πυρήνα της ιστορίας πέτυχε να ανεβάσει ο Τσακίρης. Επίτευγμα εντυπωσιακό, γιατί εκεί ενεδρεύει ο μαγικός ρεαλισμός. Δεν έχουμε άλλον τρόπο καλύτερο να διατυπώσουμε την περίεργη, αλαφροΐσκιωτη ματιά του Μάτεσι σε πράγματα που ακουμπούν με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στην υπερρεαλιστική γιγάντωση. Αλλιώς, η «Μητέρα» δεν είναι παρά μια ωμή, μια νατουραλιστική περιγραφή εκείνου που μοιάζει για τους έξω με φαντασία και ποίηση, για όσους όμως έχουν βιώσει τη νεότερη ιστορία της χώρας αποτελεί κατάθεση και πραγματογνωμοσύνη.
Η παράσταση είναι καλοστημένη, έχει ρυθμό και δίνει έμφαση σε σημεία που βγάζουν συγκίνηση, προκαλούν τρόμο και γεννούν δέος. Στο κέντρο βέβαια βρίσκεται το πρόσωπο της Ραραούς και η Δήμητρα Χατούπη την αποδίδει με νεύρο, ένταση και ελαφρά απόκλιση από το «φυσιολογικό». Στη δική της ερμηνεία οι περισσότεροι θα εντοπίσουν το δυνατό χαρτί της παράστασης. Εγώ, προσωπικά, διακρίνω το μόνο της πρόβλημα: γιατί η παράσταση κινδυνεύει να μετατοπιστεί επικίνδυνα προς τη σκηνική έξαρση του ενός. Κινδυνεύει, με άλλα λόγια, να γίνει μια πρόταση ντεμοντέ, βαρύγδουπη και ίσως εκτός της πρόθεσης διδασκαλίας του Τσακίρη.
Για τους υπόλοιπους, όταν βγαίνουν από τη σκιά που απλώνει ο κεντρικός ρόλος, τα λόγια είναι γενικά κολακευτικά. Ειδικά στέκομαι σε δύο ερμηνείες: Της Μαριλίτας Λαμπροπούλου, που δίνει μια ζωντανή φιγούρα της μάνας, σπάζοντας τα καλούπια εντός των οποίων την είχαμε συνηθίσει. Και της Τζίνης Παπαδοπούλου, που αποδίδει τη γυναίκα της γειτονιάς με μέτρο και περιεχόμενο. Οι υπόλοιποι, Νίκος Γιαλελής, Γιάννης Δρίτσας, Χρήστος Ευθυμίου, Ηλίας Ζερβός, Στεφανία Κριεζή, Εφη Ρευματά και Μαριαλένα Ροζάκη υπηρετούν τη σκηνοθεσία με ζέση.
Και μια ιδιαίτερη ένσταση για τα σκηνικά: η ιδέα να ανεβοκατεβαίνουν κάθε βράδυ τόσες σκάλες οι ηθοποιοί χαρίζει πιθανόν ένταση, είναι όμως επικίνδυνη για τη σωματική τους ακεραιότητα.
