Το νέο έργο της Νίνα Ρέιν στη σκηνή μας αποτελεί ακόμα ένα δείγμα της αγέραστης βρετανικής δραματουργίας. Στη σκηνή ανεβαίνει το κατεξοχήν ίζημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης που έκανε αυτή τη δραματουργία σπουδαία στους αιώνες. Εδώ και πάλι η αγγλική αστική τάξη, στην καθαρή κι αυτάρεσκη ενσάρκωσή της, με το γνωστό φλέγμα της ανωτερότητας στο βλέμμα και τις αναμενόμενες λεπτές αποχρώσεις της ειρωνείας στις συζητήσεις.
Και ο χώρος εξίσου τυπικός για βρετανικό δράμα, ένα δικαστήριο. Στη «Συναίνεση» η Ρέιν τοποθετεί, λοιπόν, στο κέντρο της δράσης δύο ζευγάρια σαραντάρηδων Λονδρέζων δικηγόρων. Ανθρωποι μορφωμένοι όλοι, επιτυχημένοι και κοινωνικά εγκατεστημένοι στις υψηλές σκάλες του συστήματος. Ο Εντουαρντ και ο Τζέικ είναι φίλοι και συνάδελφοι, ειδικευμένοι στο ποινικό δίκαιο, ενώ κι οι σύζυγοί τους, η Κίτι και η Ρέιτσελ, κινούνται κι αυτές στον ίδιο κοινωνικό και επαγγελματικό κόσμο. Η καθημερινότητά τους μοιράζεται ανάμεσα σε δικαστικές αίθουσες, δείπνα, ακριβά σπίτια και διαρκείς συζητήσεις για σχέσεις, επαγγελματική επιτυχία, παιδιά και ηθικές αξίες.
Αφορμή για την ανατροπή -ο περίφημος «καταλύτης» του δράματος που η Ρέιν χρησιμοποιεί έξοχα στη δραματουργία της- θα σταθεί μια υπόθεση βιασμού που φτάνει στο δικαστήριο από μια λαϊκή κοπέλα, την Γκέιλ. Ο Εντουαρντ και ο φίλος του, εισαγγελέας Τιμ, καλούνται να χειριστούν τη νομική έννοια της «συναίνεσής» της: Να αποδείξουν ή να αποδομήσουν την αξιοπιστία της, να μετατρέψουν την εμπειρία της σε νομικό επιχείρημα, να αναμετρηθούν με τα όρια ανάμεσα στον βιασμό και στη συγκατάθεση.
Κι όμως, όλα αυτά μοιάζουν μέρος μιας επαγγελματικής ρουτίνας… Και γιατί όχι, άλλωστε; Στον δικό τους κόσμο η ηθική έχει αποσπαστεί από την ενσυναίσθηση και την προσωπική εμπλοκή και έχει μεταφερθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στη γλώσσα της επιχειρηματολογίας, της ρητορικής δεξιότητας και της δικονομικής τεχνικής. Εδώ όλα είναι πια λέξεις.
Σχέσεις εξουσίας
Σταδιακά όμως ο «καταλύτης» διαβρώνει τις προσωπικές τους σχέσεις. Οι συζητήσεις των φίλων αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, τα ζευγάρια αρχίζουν να αποκαλύπτουν αμοιβαίες απογοητεύσεις και απωθημένα, ενώ κάτω από την επιφάνεια της καλλιεργημένης αστικής ευγένειας αναδύονται σχέσεις εξουσίας, συναισθηματικής παραμέλησης και έμφυλης ανισότητας. Οταν αποκαλύπτεται λοιπόν μια εξωσυζυγική σχέση, οι ισορροπίες καταρρέουν. Φιλίες δοκιμάζονται, γάμοι διαλύονται ή επαναδιαπραγματεύονται και το έργο οδηγείται σε μια όλο και πιο οδυνηρή διερεύνηση τού τι σημαίνει τελικά να «συναινεί» κανείς όχι μόνο στο σεξ, αλλά στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ζει και αγαπά, ζητά ή δίνει συγχώρεση.
Μα το πλέον ιδιαίτερο στοιχείο του έργου είναι ο τρόπος με τον οποίο ακόμα και τότε αιφνιδιάζει τον θεατή του. Η Ρέιν δείχνει το πώς μια θεωρητική προσέγγιση της ηθικής από τους επαγγελματίες του νόμου μπορεί σταδιακά να διαπεράσει το προστατευτικό κέλυφος του επαγγελματικού ρόλου και να στραφεί εναντίον των ίδιων.
Διόλου άδικα έχει υποστηριχτεί πως το έργο κινείται στους πρόποδες της τραγωδίας. Οι πλάγιες αναφορές είναι άλλωστε αρκετές: Στην ευριπίδεια «Μήδεια» κυρίως (αναφέρεται άλλωστε ρητά σε κάποιο σημείο του έργου), αλλά και στην «Ορέστεια» του Αισχύλου πιθανόν: στην εκλογικευμένη αντανάκλαση της εκδίκησης της μυθικής βασίλισσας σε μια παραμελημένη γυναίκα τού σήμερα, ή σε μια ενοχή που παύει να εξαντλείται στη νομική περιγραφή της και αποκτά εσωτερική, σχεδόν μεταφυσική βαρύτητα.
Κι είναι εκεί ακριβώς που το έργο της Ρέιν αποκτά μια δύναμη ικανή να σπάσει τη φόρμα του βρετανικού βουλεβάρτου και να απομακρυνθεί από τη δίνη του «Closer» του Μάρμπερ, που το πλησιάζει επικίνδυνα. Μας επιτρέπει να υπερβούμε έτσι κι ορισμένες αδυναμίες του: Το κάπως ψυχρό για τα δικά μας μέτρα βρετανικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, μερικές σχηματικές σκηνές του ή ακόμα την αρκετά βιαστική του λύση.
Από την άλλη όμως ανταμείβει τον θεατή του με στιγμές εξαιρετικής δραματουργικής δεξιοτεχνίας. Οπως εκείνη όπου παρακολουθούμε παράλληλα, σε μορφή συναισθηματικού κοντραπούντο, την αντιπαράθεση των μελών του διαλυμένου ζευγαριού· ή στη σκηνή της ανάκρισης στο δικαστήριο, όταν η γλώσσα της υπεράσπισης μετατρέπεται βαθμιαία σε μια μορφή αθέατης βίας απέναντι στο γυναικείο σώμα και τη μνήμη. Οταν οι δύο δικηγόροι, ο Τιμ και ο Εντ, «εξετάζουν» ο ένας τον άλλον μπροστά στην κοινή φίλη τους Ζάρα· Ή στη θαυμάσια σκηνή του δείπνου, όπου κάτω από τις ευγενικές φράσεις, τα αστεία και τις κοινωνικές συμβάσεις αρχίζει να συσσωρεύεται αργά η αίσθηση μιας επικείμενης κατάρρευσης.
Ο Τάκης Τζαμαργιάς γνωρίζει καλά πώς να ανακαλύπτει τον εσωτερικό ρυθμό τέτοιων έργων και να ξεδιπλώνει τις πτυχές τους. Η σκηνοθεσία του εγκαθιστά ήδη από την αρχή την αίσθηση μιας επικείμενης έκρηξης, ενός νεύρου τεντωμένου, που κάνει τους θεατές να αισθάνονται κάτω από τις πνευματώδεις αντιπαραθέσεις της παρέας την ενέργεια να συσσωρεύεται αργά.
Εχει όμως κοντά του έναν θίασο που κατανοεί με ακρίβεια το ύφος και τις απαιτήσεις αυτού του δράματος. Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος (Εντουαρντ) αποδίδει με πειστικότητα τη χαρακτηριστική ανδρική αυτάρκεια του μορφωμένου επαγγελματία που έχει μάθει να μετατρέπει τα πάντα σε επιχείρημα. Η Κίττυ Παϊταζόγλου (Κίτι) δίνει στην παρουσία της μια συγκρατημένη συναισθηματική ένταση, αποφεύγοντας τις εύκολες κορυφώσεις, ενώ η Βαλέρια Δημητριάδου (Ρέιτσελ) κινείται με ευαισθησία ανάμεσα στην ευθραυστότητα και τη συσσωρευμένη οργή του ρόλου της. Ο Παναγιώτης Γαβρέλας (Τζέικ) αξιοποιεί ιδιαίτερα το στοιχείο του βρετανικού φλέγματος και της ειρωνικής αποστασιοποίησης που απαιτεί ο χαρακτήρας του, ενώ ο Ερρίκος Μηλιάρης (Τιμ) χειρίζεται με ακρίβεια τις μεταπτώσεις ανάμεσα στη δημόσια αυτοκυριαρχία και την ιδιωτική αποσύνθεση. Η Καλλιόπη Παναγιωτίδου (Γκέιλ) προσφέρει μια παρουσία με καθαρότητα και μέτρο, βρίσκοντας τις σωστές ισορροπίες ανάμεσα στον ρεαλισμό και την εσωτερική ένταση. Η Μανταλένα Καραβάτου (Ζάρα) συμβάλλει αποφασιστικά στη συνολική αίσθηση ενός συνόλου που λειτουργεί οργανικά, χωρίς εύκολους πρωταγωνιστικούς εντυπωσιασμούς.
Είναι φανερό ότι εφόσον η παράσταση «ζεσταθεί» και επανέλθει στην επόμενη σεζόν -η κοντή ανοιξιάτικη περίοδος δεν ευνοεί ιδιαίτερα τη δυναμική της-, θα σημειώσει αξιοπρόσεκτη επιτυχία.
