Μυστήριο έργο η «Άλκηστη». Όσες φορές κι αν μιλήσουμε γι’ αυτήν ή τη δούμε να ανεβαίνει στη σκηνή, αδυνατούμε να την κατανοήσουμε σε βάθος. Ίσως γιατί ως ιδέα αλλά και θεατρικό είδος ανήκει σε ένα μεταίχμιο: ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, σε έναν Απόλλωνα που κατεβαίνει στη γη και σε έναν Θάνατο που αναδύεται, ανάμεσα στην ανθρώπινη λογική που καταλύεται και σε ένα κοσμικό παράλογο που αποκαλύπτεται. Αρχίζει με έναν θνητό που, ενώ είναι να πεθάνει, ζει. Και τελειώνει με έναν θνητό που ζει, ενώ είχε πεθάνει. Το αναπόδραστο παύει να είναι αναπόδραστο. Και το βέβαιο παύει να ανήκει στις βεβαιότητές μας.
Ένα παραμύθι λοιπόν, ας καταλήξουμε. Ένα παράξενο παραμύθι όμως, σκοτεινό και φωτεινό ταυτόχρονα, που μιλάει για κάτι βαθύτερο από όσο μπορούμε να εννοήσουμε από την αλλόκοτη -αν όχι αλλοπρόσαλλη- υπόθεσή του. Ο Απόλλων έκανε, λέει, χάρη στον Άδμητο να πεθάνει κάποιος άλλος στη θέση του. Αυτοπροτείνεται λοιπόν η γυναίκα του, η πιστή Άλκηστη… Όμως της κακοφαίνεται της ίδιας που θα γίνει ό,τι αποφάσισε. Μα και στον Άδμητο το να χάσει τη γυναίκα του μοιάζει τώρα κάτι τρομερό! Ευτυχώς έρχεται περαστικός ο Ηρακλής, που ως αντίχαρη στην εξίσου απίθανη απόφαση του Άδμητου να τον φιλοξενήσει παρά το πένθος του, θα τα βάλει με τον Χάρο και θα φέρει πίσω τη νεκροζώντανη σύζυγό του – χωρίς τη μιλιά της έστω αλλά, τέλος πάντων, σαν εκείνη που πέθανε για χάρη του… Έχω την εντύπωση πως από παλιά η «Άλκηστη» προβλημάτιζε τον κόσμο της φιλολογίας και όχι μόνο για το -όπως ειπώθηκε- «ευτυχές τέλος» της. Είναι, νομίζω, που αδυνατούμε να πάρουμε πολύ στα σοβαρά μια τραγωδία με τη δική της πλοκή. Κάτι άλλο είναι που αναζητά σε αυτήν και καταθέτει ο Ευριπίδης, κάτι που θα χρειαστούν αιώνες σκαψίματος στα πιο σκοτεινά μέρη της ψυχικής και κοινωνικής ύπαρξης για να το εντοπίσουμε.
Από τη μια λοιπόν η αιώνια αμηχανία μας μπροστά στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη κι από την άλλη η δική μου έκπληξη μπροστά σε κάθε νέα σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά. Αν όχι για κάτι άλλο, τουλάχιστον για την ικανότητά του να προτείνει κάτι διαφορετικό -μα και τόσο προσωπικό- σε μια παράσταση αρχαίου δράματος. Αυτός δεν είναι που είχε σκηνοθετήσει τους «Πέρσες» πριν από κάποια χρόνια ή τον «Ηρακλή Μαινόμενο» πιο πρόσφατα; Δείτε τώρα την «Άλκηστη» και πείτε μου τι σχέση έχει με εκείνες τις διδασκαλίες…
Δεν θα αναζητήσω ασφαλώς εδώ τις διαφορές, μα θα προκρίνω μία ανάμεσά τους. Αυτή τη φορά ο Καραντζάς κατέβηκε στην Επίδαυρο με το κύρος και την πεποίθηση ώριμου σκηνοθέτη, κατασταλαγμένου όχι μόνο ως προς τις επιδιώξεις αλλά και τις δυνάμεις του. Μόνο για κάτι θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ό,τι έκανε στην Επίδαυρο: για σκηνοθετική μεγαλοστομία. Αλλά μια τέτοια μομφή δεν θα αφορούσε την ίδια την παράσταση, όσο όσους συνεχίζουν να τον βλέπουν σαν «πολύ μικρό» για να επιχειρήσει μια ανάλογη πρόταση.
Ολόκληρη η ορχήστρα -και στην ουσία ολόκληρη η σκηνή- μετατρέπεται, με την επιβλητική εργασία του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, τη συμβολή στη μουσική και τις ηχητικές κατασκευές του Παναγιώτη Μανουηλίδη, σε ένα τεράστιο μουσικό όργανο, ένα σκάφος με χορδές, που το κρούουν οι θεοί και οι άνθρωποι γίνονται τα πλήκτρα του. Αντικριστά αυτό το ηχείο στο άλλο, το μεγάλο κοχύλι των θεατών δηλώνει κάτι: Καθώς στέκει κατηφορικό, μοιάζει με χωνί που καταπίνει τους ανθρώπους και τους εκβάλλει στον Θάνατο, που ενσαρκωμένος, κυρίαρχος και παγερός στέκεται στο κάτω μέρος του. Σε αυτήν την κοσμική τάξη της Εντροπίας και του Θανάτου αντιστέκονται τα μέλη του Χορού και οι ήρωές μας, άλλοτε παραπατώντας, άλλοτε κατρακυλώντας, με φανερή αγωνία να πιαστούν από ό,τι θα αποτρέψει την πτώση τους. Κι οι θεοί; Ο Απόλλωνας μίλησε και έφυγε. Ο Θάνατος όμως παραμένει, με το απειλητικό χαμόγελο της ειρωνείας για όσους νομίζουν πως θα διαφύγουν για πάντα τον δικό του νόμο.
Ένα παραμύθι λοιπόν, που δίνεται μουσικά και συμβολικά με τους όρους του συμβολιστικού θεάτρου. Μιλάει για τον Θάνατο μα σημαίνει την αξία της εφήμερης ζωής. Και η όποια ανατροπή εδώ δεν σημαίνει την ήττα του Θανάτου (αργεί πολύ αυτή η υπέρβαση), αλλά την παράβαση της κοσμικής τάξης. Ένας θεός αποφασίζει πρώτα να μην αφήσει τον θνητό να ακολουθήσει την ύστατη οδό – και γεννά με αυτό μεγαλύτερη δυστυχία. Κι έπειτα ένας ημίθεος «ανασταίνει» μια πεθαμένη και τη φέρνει σπίτι της – κι όμως δεν παρηγορεί κανέναν. Γιατί δεν φέρνει πίσω εκείνη αλλά μια άλαλη, αμέτοχη και ίσως διαλυμένη «άλλη» στη θέση της. Μη συγχέουμε λοιπόν δύο διαφορετικές θεολογικές αντιλήψεις. Η Άλκηστη δεν ανασταίνεται. Αποσπάται από τον θάνατο και επιστρέφει στον κόσμο των ζωντανών. Δεν πρόκειται για νίκη επί του Θανάτου, αλλά για βίαιη αναστολή της φυσικής τάξης.
Κεκλιμένο επίπεδο

Το ότι ο Καραντζάς αποφάσισε να προτείνει για την Επίδαυρο μια σκηνική πρόταση κυριολεκτικά και μεταφορικά τόσο μεγάλη είναι το πρώτο σημάδι της τόλμης του. Το άλλο είναι η επιλογή του να φέρει εξαιτίας αυτής της πρότασης το ανέβασμα προ συνεχών προκλήσεων, που ζητούσαν ξανά και ξανά λύση. Ας δούμε μερικές: Πώς θα ισορροπήσουν οι ηθοποιοί στο κεκλιμένο επίπεδο; (Σίγουρα πολλή δουλειά έγινε στην κίνηση από τον Τάσο Καραχάλιο.) Τι θα γίνει με την ηθοποιό που παίζει τον Θάνατο και οφείλει να παραμένει συνεχώς παρούσα επί σκηνής; Πώς θα παρουσιάσουμε τον Ηρακλή; Και τι κάνουμε με αυτή την «Άλκηστη» που εμφανίζεται στο τέλος χωρίς το βολικό πέπλο της;
Έρχομαι έτσι στα τελευταία στοιχεία της σκηνοθεσίας του. Το πρώτο αφορά την ανατροπή των στερεότυπων. Ποιος θα περίμενε τον Ηρακλή να περιφέρεται σαν χαρούμενος τροβαδούρος του Μεσαίωνα, με ακορντεόν αντί λεοντής στην πλάτη, εκτελώντας άθλους ανάμεσα σε γλεντοκόπια και ανακλήσεις νεκρών φίλων του; Και ποιος περίμενε να υπάρχει στο τέλος μια Άλκηστη που παρουσιάζεται έτσι ακάλυπτη, χωρίς εν τούτοις να την αναγνωρίζει ο άνδρας της; Θέλω να πω πως αυτά είναι απαιτητικά και διόλου φιλικά στο μεγάλο κοινό σημεία, που ανυψώνουν τον πήχη της κοινής πρόσληψης.
Θα σταθώ, τέλος, σε κάτι ακόμη. Στην εμμονή του Καραντζά με μια διάχυτη μελαγχολία, που διαπερνά σχεδόν όλες τις παραστάσεις του, ίσως γιατί τις εντάσσει στο όχι και τόσο αισιόδοξο κλίμα της εποχής μας. Έτσι συμβαίνει και εδώ. Το τέλος της «Άλκηστης» συνομιλεί με τη σημερινή ορατότητα της έμφυλης βίας, με τις γυναικοκτονίες και ευρύτερα με τη θέση της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο. Ένα παραμύθι, ασφαλώς· αλλά και μια αλληγορία για τη θέση της γυναίκας, για τη θυσία που θεωρείται αυτονόητη και για μια ζωή που, ακόμη κι όταν επιστρέφει, δεν της ανήκει ολοκληρωτικά.
Ερμηνείες

Λαμπρό το επιτελείο των ηθοποιών. Η Ηρώ Μπέζου και ο Γιάννης Νιάρρος συγκροτούν ένα ζευγάρι που θα μπορούσε ίσως να ζήσει απλά και ευτυχισμένα, αν η Ανάγκη και οι θεϊκές βουλές δεν το έριχναν σ’ έναν παράλογο κόσμο. Στη μία άκρη ο Απόλλων του Κώστα Νικούλι: κομψός, απόμακρος, σχεδόν αδιάφορος. Στην άλλη ο διαρκώς παρών Θάνατος της Θεοδώρας Τζήμου, να μιλά με τη φωνή των ποιητών και των αιώνων. Ο Φέρης του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη κουβαλά την κοινή λογική του ανθρώπου που αδυνατεί να υπερβεί τη φύση του. Ένας χαριτωμένος γλεντζές είναι ο Ηρακλής του Γιώργου Ζυγούρη, χωρίς ηρωική λεοντή, μα με τη θετική σκέψη του ήρωα που νικά το σκοτάδι. Πολύ καλοί στους ρόλους των υπηρετών η Δήμητρα Βλαγκοπούλου και ο Αινείας Τσαμάτης.
Εκτός των άλλων είδαμε έναν Χορό με νόημα και λόγο παρουσίας: Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουιτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Αγγελος-Προκόπης Νεράντζης και Γιώργος Σκαρλάτος. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου επιχειρούν να διακρίνουν τη επιβλητική θεϊκή φύση από την τετριμμένη φύση των ανθρώπων.
