ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αυτό κι αν είναι είδηση: «Ο εχθρός του λαού», το εμβληματικό έργο του Χένρικ Ιψεν, ανεβαίνει ξανά στη χώρα μας, αλλά αυτή τη φορά στην κορυφαία διασκευή των Τόμας Οστερμάιερ-Φλόριαν Μπορχμάγερ που από το 2012 έχει παρουσιαστεί σε πάνω από 30 χώρες. Κι ανεβαίνει φυσικά από έναν ελληνικό θίασο τον οποίο σκηνοθετεί ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ριζοσπαστικής βερολινέζικης Σαουμπίνε.

Η πρεμιέρα που θα γίνει στο θέατρο «Κνωσός» την ερχόμενη Τετάρτη (22/10) επισφραγίζει τη συνεργασία του Θεάτρου του Νέου Κόσμου με τη Σαουμπίνε: «Ενα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα», όπως τόνισε ο διευθυντής του ΘΝΚ Μίλτος Σωτηριάδης αλλά και ολόκληρος ο θίασος, σε χθεσινή συνέντευξη Τύπου. Κι ας είναι ένα όνειρο που πραγματοποιείται σε ακόμα μία δύσκολη χρονιά για το ΘΝΚ που δεν έλαβε επιχορήγηση από το υπουργείο Πολιτισμού. Τι σύμπτωση κι αυτή να συμπίπτει ο αποκλεισμός ενός θεατρικού οργανισμού που ανθίζει, επεκτείνεται και ανακαινίζει θέατρα, με τη χρονιά που ανεβάζει ένα έργο το οποίο αποκαλύπτει με αιχμηρό τρόπο τους μηχανισμούς εξουσίας και διαφθοράς αλλά και την κοινωνική συνενοχή…

Και τι δεν μας είπε λοιπόν χθες ο Οστερμάιερ, αυτή η κορυφαία προσωπικότητα του σύγχρονου θεάτρου, με αφορμή αυτό το έργο που γράφτηκε περισσότερα από 140 χρόνια πριν, με ήρωα έναν ευσυνείδητο γιατρό που, όταν μαθαίνει ότι τα ιαματικά λουτρά της πόλης του έχουν μολυνθεί, δεν διστάζει να το δημοσιοποιήσει για να μετατραπεί σε «εχθρό του λαού».

«Το σοκαριστικό είναι», μας είπε, «πως ο πυρήνας του έργου πραγματεύεται έναν κίνδυνο που ισχύει και σήμερα: τον τρόπο που συγκρούονται τα οικονομικά συμφέροντα με την οικολογία και την προστασία του περιβάλλοντος. Τον τρόπο που οι άνθρωποι της εξουσίας θέλουν να χειραγωγήσουν την αλήθεια και τους δημοσιογράφους, ώστε να μη φτάσει η αλήθεια στον κόσμο. Οτι ένας γενναίος άνθρωπος που τολμά να πει την αλήθεια ρισκάρει όχι μόνο τη φήμη του αλλά την ίδια τη ζωή του. Το έργο μιλά ακόμη για τον τρόπο με τον οποίο ένα πολιτικό ή κοινωνικό κίνημα καταρρέει. Είναι σοκαριστικό το ότι βιώνουμε και σήμερα τις ίδιες συγκρούσεις και αντιφάσεις. Το έργο βέβαια έχει και πολλές άλλες αναγνώσεις, όπως π.χ. την οικογενειακή σύγκρουση μεταξύ του επιτυχημένου και μορφωμένου μεγάλου αδελφού και γιατρού με τον μικρότερο, τεμπέλη αδελφό του που είναι δήμαρχος, μια αντιπαλότητα που φέρνει στο φως και την ατομική επιδίωξη επιτυχίας…».

Ο ίδιος υπερασπίστηκε τις δραματουργικές μεταγραφές λέγοντας ότι μόνον έναν κανόνα έχει η τέχνη, «να είναι ελεύθερη», ενώ σχετικά με τον πολιτικό διχασμό κατά πόσο το έργο αποτελεί μια ριζοσπαστική πρόταση ή ένα αστικό δράμα, μας επισήμανε ότι αυτό ήταν το αγαπημένο έργο του Χίτλερ που θεωρούσε ότι έπρεπε να αντιταχθεί στη μόλυνση της εποχής του.

«Δεν είναι μόνο ένα έργο για έναν άνθρωπο που έχει τη γενναιότητα να υψώσει τη φωνή του με τον κίνδυνο να καταστραφεί. Μπροστά στην καταστροφή, είχε πει η Ρόζα Λούξεμπουργκ, έχουμε να επιλέξουμε τον σοσιαλισμό ή τη βαρβαρότητα. Στις σημερινές δραματικές συνθήκες η τάση δείχνει να είναι η επιλογή της βαρβαρότητας: η φτώχεια και η ανισότητα διευρύνονται, πόλεμοι, καταχρηστικές κυβερνήσεις. Και γνωρίζουμε ότι όταν ριζοσπαστικοποιούνται οι μικροαστοί επιλέγουν την Ακροδεξιά».

Και μ’ αυτή την αφορμή αναφέρθηκε στις απειλές και τις επιθέσεις που έχουν δεχτεί ο ίδιος και τα μέλη της Σαουμπίνε από την Ακροδεξιά: «Ομως το πιο επικίνδυνο είναι ο πολιτιστικός πόλεμος που ζούμε. Και το ότι η ρητορική που έφερε η Ακροδεξιά στον δημόσιο λόγο έχει κανονικοποιηθεί καθώς την υιοθέτησαν οι συντηρητικοί για ψηφοθηρικούς λόγους – ξενοφοβία, τα δικαιώματα του LGΒΤQ+ κινήματος… Ζούμε μια τεράστια οπισθοδρόμηση που δεν τη φανταζόμασταν μερικά χρόνια πριν, αλλά και την επιστροφή των παλιών ιδεών “πατρίδα- θρησκεία- οικογένεια”. Το αφήγημα των συντηρητικών για τους φτωχούς περιέχει μίσος και περιφρόνηση. Και τη δεκαετία του ’80 ζούσαμε σε συντηρητική εποχή, αλλά ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι θα έφτανε αυτή η αντιδραστική στιγμή που στη Γερμανία με το ναζιστικό παρελθόν θα έφτανε η Ακροδεξιά να αγγίζει το 26% των ψηφοφόρων και μαζί με το 24% των συντηρητικών ν’ αποτελούν κυρίαρχη δύναμη. Αυτή είναι η απειλή. Και οι πραγματικοί αγώνες δεν δίνονται στο θέατρο αλλά στους δρόμους…».

Και παρότι ο ίδιος δηλώνει «διεθνιστής» και όχι «Γερμανός», εξέφρασε την ντροπή του, όχι μόνο για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον ναζισμό, αλλά και για τις οικονομικές πολιτικές που εφάρμοσε η χώρα του σε βάρος της Ελλάδας τα πρόσφατα χρόνια.

Η συζήτηση με τον Οστερμάιερ δεν έπαψε να είναι ουσιαστικά πολιτική: «Το ερώτημα είναι γιατί ψηφίζονται τα ακροδεξιά κόμματα. Στα έργα των Εντουάρ Λουί και Ντιντιέ Εριμπόν που έχω σκηνοθετήσει, γίνεται λόγος για την ταυτόχρονη πτώση της Αριστεράς, που ξέχασε να αγωνίζεται για τους φτωχούς και όσους ζουν στην επισφάλεια, εστιάζοντας σε άλλα ζητήματα. Η παράσταση λοιπόν αφορά τα προοδευτικά κινήματα και το πώς μπορούν να προδοθούν: ξέρω δημοκράτες, φιλελεύθερους, χίπστερ που κάνουν ποδήλατο, είναι vegan ή κάνουν γιόγκα, αλλά όταν σκουρύνουν τα πράγματα ξεχνάνε τον μεγάλο σκοπό… Εγώ πάντως στην ανάγνωσή μου αφήνω το τέλος ανοιχτό για να αποφασίσει το ίδιο το κοινό…».

Ούτως ή άλλως το, γραμμένο το 1882, έργο του Ιψεν είναι τραυματικά επίκαιρο καθώς οι απαντήσεις στα ηθικά διλήμματα μεταξύ ατομικής ευθύνης και συλλογικού συμφέροντος, επιστημονικής αλήθειας και πολιτικής σκοπιμότητας δεν έχουν δοθεί ακόμη.