ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από το «Υπόγειο» του Ντοστογέφσκι την περσινή χειμερινή θεατρική περίοδο, σε μια σκοτεινή και μεταμορφωτική υπαρξιακά ερμηνεία του κεντρικού ήρωα (θέατρο «Βρετάνια», σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου), πέρασε στην αρχαία τραγωδία και συγκεκριμένα στην «Ανδρομάχη» σε σκηνοθεσία Μαρίας Παπαγεωργίου, όταν ολόκληρη η Επίδαυρος τον χειροκρότησε τρεις φορές, καθώς ο τρόπος που ενσάρκωσε (ψυχή τε και σώματι στην κυριολεξία) τον ρόλο του γέρου Πηλέα ήταν αριστοτεχνικός. Και τώρα, ο Δημήτρης Πιατάς είναι έτοιμος να γίνει ένα… δίπολο: στον «Πουπουλένιο» του Μάρτιν ΜακΝτόνα, που ανεβαίνει με νέα διανομή για δεύτερη χρονιά, και πάλι στο Σύγχρονο Θέατρο σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, γίνεται ο αστυνομικός που καλείται να ορίσει το δίκαιο, το ορθό, το «υγιές» σε μια κοινωνία όπου τελικά φαίνεται πως οι συγγραφείς είναι «επικίνδυνοι» και η φαντασία συμπαρασύρει την πραγματικότητα και αντιστρόφως.

Ο ίδιος ο ΜακΝτόνα είχε γράψει τις μαύρες αυτές παιδικές ιστορίες ως νεαρός συγγραφέας, αλλά τότε δεν έγιναν δεκτές. Οπότε (μάλλον) έφτιαξε έναν χαρακτήρα σαν τον ίδιο και έστησε τον «Πουπουλένιο» του, χρησιμοποιώντας αυτές τις γκροτέσκες παραμυθίες ως αλληγορία ανάμεσα στη φρίκη και την τρυφερότητα. «Τι καλύτερο, τι πιο δυνατό και πιο σκοτεινό ταυτόχρονα από το παραμύθι, για να μιλήσει κάποιος για την εξουσία, την ευθύνη της τέχνης και την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ψυχής;», μας λέει ο Δημήτρης Πιατάς.

Να μιλάει για «σκοτεινιά» αυτός ο ηθοποιός, αυτός ο άνθρωπος που όλοι γνωρίζουμε και εκτιμούμε για την ομορφιά και το φως που εκπέμπει τόσα χρόνια, μοιάζει τουλάχιστον παράταιρο. Κι όμως, ο Δημήτρης Πιατάς ξέρει πολύ καλά και σε τι κόσμο ζει και τι σκέψεις ενσαρκώνει και τι φιλοσοφία ζωής έχει ο ίδιος. Και με αυτά πορεύεται και δεν είναι διόλου τυχαίο (αν και πολύ σπάνιο, παγκοσμίως μιλώντας) το ότι όσο περνάει ο καιρός, αν και αναγνωρίζουμε τον Πιατά στη σκηνή, κάθε φορά βλέπουμε και έναν άλλο ήρωα – που μας μαγεύει με το ανάστημά του. Το ψυχικό του μεγαλείο. Και όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο αυξάνονται όλα τα παραπάνω… και πού; Ναι, σε αυτούς τους τόσο σκοτεινούς καιρούς που ζούμε.

«Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που συμμετέχω στον «Πουπουλένιο», κατ’ αρχάς γιατί θεωρώ ότι είναι ισότιμοι όλοι οι ρόλοι και κατά δεύτερον γιατί είχα την τύχη να συμμετέχω στο πρώτο ανέβασμα έργου του ΜακΝτόνα (ήταν «Ο υπολοχαγός του Ινισμορ»), πριν από 22 χρόνια, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Πολλοί γνωστοί πλέον ηθοποιοί «ξεκίνησαν» ας πούμε την καριέρα τους από εκείνη την παράσταση. Επαιζα, να φανταστείς, μαζί με τον Γιώργο Γάλλο, την Κόρα Καρβούνη, τον Μάκη Παπαδημητρίου (σ.σ.: τότε ο «Ριζοσπάστης» τον ονόμαζε ακόμη Ευθύμιο Παπαδημητρίου!), τον Αντώνη Καρυστινό, τον Παντελή Δεντάκη κ.ά. Οσοι έπαιξαν σε εκείνη την παράσταση έκαναν μια υπέροχη καριέρα, κάτι που βέβαια συμβαίνει με τον Βαγγέλη και τους ηθοποιούς που επιλέγει. Αλλά ήταν μία ευτυχισμένη στιγμή και στη δική μου θεατρική πορεία. Εγώ είχα τρομάξει με το ίδιο το έργο τότε – ήταν και η πρώτη φορά που «συστηνόταν» ο ΜακΝτόνα στην Ελλάδα. Η σκηνική βία είχε τόση ηχηρότητα, που με τρόμαζε. Είχε γραφτεί για τους επαναστάτες του ΙRΑ στην Ιρλανδία – ένα βαθιά πολιτικό έργο, και ίσως και γι’ αυτό δεν ανέβηκε εύκολα στην Αγγλία τότε. Το θέμα του ωστόσο με είχε συγκλονίσει. Μου άρεσε πάρα πολύ και μου είχαν δώσει κι ένα βραβείο τότε, από το «Αθηνόραμα». Ετσι, όταν ο Νικορέστης μού πρότεινε τον ρόλο για τον «Πουπουλένιο», είπα αμέσως το «ναι», καθώς πλέον ξέρω τη γραφή του ΜακΝτόνα και το πώς συνδυάζει τη σκληρότητα με την ποίηση και την τρυφερότητα. Δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος είναι θιασώτης του Μπέκετ αλλά και του Ταραντίνο…».

«Η αλήθεια είναι πως ο συγκεκριμένος συγγραφέας φτιάχνει έναν κόσμο όπου το παραμύθι και η βία συνυπάρχουν», του λέμε. «Ως θεατής, συχνά δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να τρομάξεις. Ειδικά ο ρόλος του αστυνομικού που ερμηνεύετε συνδυάζει εξουσία, βία αλλά και ειρωνεία, όπως και ένα αίσθημα ευθύνης – όπως την αντιλαμβάνεται η εξουσία έστω. Υπάρχουν διαρκώς δίπολα στο έργο. Δίπολα με δυσδιάκριτα όρια.

Οπως και σήμερα: Πού ξεκινάει η σκληρότητα και πού σταματάει η ανθρωπιά; Πού θα μείνεις αλληλέγγυος και απέναντι σε ποιον θα αντιταχθείς; Θα κατηγορήσεις τους Ισραηλινούς συλλήβδην, για παράδειγμα; Ή όλους τους δεξιούς; Μέσω της τέχνης μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα αυτά τα όρια; Και για μας τους ίδιους;», τον ρωτάμε. Τον βλέπουμε να χαμογελάει ελαφρά: «Το θέατρο έχει αυτή την πολυτέλεια: μπορείς να είσαι και μέσα και απ’ έξω. Εννοώ πως εμείς οι ηθοποιοί είμαστε και κριτές και κρινόμενοι: επιλέγουμε σε ποια παράσταση/ταινία/έργο θα υπάρξουμε και κρινόμαστε γι’ αυτή την επιλογή.

Αλλά το θέατρο δεν είναι ζωή: δεν αναπαριστούμε την πραγματικότητα – είμαστε διαχειριστές της πραγματικότητας. Δεν είμαστε, όμως, υποχρεωμένοι να απολογηθούμε γι’ αυτήν. Ωστόσο, ναι: δίνουμε ένα στίγμα της εποχής μας. Ακόμα και μέσω της ερμηνευτικής προσέγγισης του όποιου ρόλου.

«Σωστός παίκτης»

»Ναι, σήμερα ζούμε μια πόλωση, αλλά για μένα, ακόμη πιο έντονα βιώνουμε μια διττότητα: το τέρας με το μη τέρας είναι μαζί, είναι ο ίδιος. Είναι συγχρονιστικό αυτό που συμβαίνει! Δεν εννοώ ότι αυτό είναι υγιές, μακριά από μένα αυτά… Ούτε θέλω να το δικαιολογήσω ούτε να το δικαιώσω αυτό που συμβαίνει, απλά το επισημαίνω. Ταυτόχρονα, ο καλλιτέχνης -ο ηθοποιός εν προκειμένω- παίρνει θέση απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα ακόμα και μέσα από τις επιλογές του. Το θέμα είναι αν θέλεις να είσαι σωστός παίκτης.

»Προσωπικά με θεωρώ πολύ σωστό παίκτη και έχω κάνει τις επιλογές μου και έχω διακριθεί πολλές φορές στην καριέρα μου κάνοντας κόντρα πράγματα ή όχι. Είμαι διατεθειμένος όχι να απολογηθώ για τις επιλογές μου, αλλά να αποδεχτώ το εύσημο, την τιμή ή το αντίθετο… Από την άλλη, μην κοροϊδευόμαστε: Τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός; Δεν σημαίνει πως είσαι κάτι το διακριτό από έναν πολιτικό ηγέτη ή από έναν πολίτη, ο οποίος διεκδικεί την ορθότητα της σκέψης του σε ένα καφενείο. Ολα ανθρωποκεντρικά είναι. Τι εννοώ: Θεωρώ ότι κάθε άνθρωπος από την ώρα που είναι εν ζωή, είναι το κέντρο του κόσμου. Παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, ως ο ίδιος στο κέντρο του. Ως τέτοιο, είτε ηγέτης είσαι είτε ζητιάνος, στην ίδια θέση βρίσκεσαι: εσύ με εσένα ως κέντρο του κόσμου. Από κει και πέρα, μάλλον όλα θα λύνονταν εξαιρετικά εύκολα αν όλοι σεβόμαστε το κέντρο του κόσμου του καθενός – ξέρεις, είναι το πιστεύω μου αυτό. Φυσικά, αυτό δεν συμβαίνει: δεν σεβόμαστε. Οπότε…

»Οπότε τι συμβαίνει; Αυτό που βιώνουμε, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι: η μη κανονικότητα έχει γίνει πλέον κανονικότητα! Το βλέπουμε τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και μέσα από τα χιλιάδες fake news που διακινούνται και φυσικά από την καθημερινότητα.

Δες πόσες παιδοκτονίες γίνονται, παιδοφιλίες, γενοκτονίες. Ακραία πράγματα που πλέον και γίνονται και φαίνονται και δεν σταματάνε! Αρα, ναι – ο ΜακΝτόνα στον «Πουπουλένιο» είναι τελικά τρομερά επίκαιρος. Και δεν έχω καν μιλήσει για τον ρόλο του αστυνομικού που υποδύομαι και της αναλγησίας και της ανηλεότητας που τον χαρακτηρίζουν. Αυτά δεν έχουν, μήπως, αντιστοιχία με σημερινές κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες; Οσο κι αν θέλουν κάποιοι να μας τις παρουσιάζουν ως κάτι άλλο, κάτι καλό – ως ανάπτυξη και πρόοδο. Οχι, καμία ανάπτυξη και καμία πρόοδο δεν έχει το έγκλημα – πολιτικό ή μη».

«Δεν είμαι εδώ…»

Προς το τέλος της συζήτησης και καθώς το έργο βασίζεται στα παραμύθια του κεντρικού ήρωα (σ.σ.: τον υποδύεται εξαιρετικά ο Νίκος Πουρσανίδης, με τρόπο που θεωρούμε πως πρόκειται για ρόλο ζωής – έως τώρα έστω, για τον ίδιο), ρωτάμε τον Δημήτρη Πιατά πώς θα άρχιζε και πώς θα τελείωνε ένα δικό του παραμύθι. «Τα δικά μου παραμύθια αρχίζουν όπως όλα: Μια φορά κι έναν καιρό… Πώς τελειώνει τώρα όμως.

Οχι, δεν είναι απαραίτητα καλό το τέλος. Μπορεί να είναι και λίγο πικρό. Αν είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής, το τέλος θα το βάλει άλλος, γιατί εσύ δεν θα προλάβεις. Η δική σου ιστορία έχει τελειώσει πριν από το τέλος. Εχει κλείσει, όπως ο κύκλος της ζωής. Αρα και το παραμύθι ξεκινάει παραμυθένιο, αλλά το φινάλε του πρέπει να είναι μαύρο και πικρό. Αλλά το χειρότερο για μένα είναι πως πιστεύω ότι μπορεί να μην υπάρξει καν λύτρωση ή κάθαρση στο τέλος. Οχι, δεν είμαι αισιόδοξος. Ναι, όλα είναι ψέμα. Το τέλος είναι πικρό.

»Οπότε, αν ψάχνεις το μέλλον επί του παρόντος, τότε λυπάμαι αλλά το παρόν δεν μπορεί να είναι καλό ούτε ως προς το μέλλον του. Ομως εμείς μένουμε εδώ και συνεχίζουμε. Συνεχίζουμε… Θυμάμαι την πιο συγκλονιστική ατάκα που έλεγε ο Αλέξης Μινωτής και τη θεωρώ εξαιρετικά σημαντική: όταν ήθελε να μην έχει σχέση με ό,τι συνέβαινε, έλεγε: «Δεν είμαι εδώ». Οταν ήθελε να αποφύγει κάτι, αυτό έλεγε: «Δεν είμαι εδώ». Και το βρίσκω συγκλονιστικό… Οπότε μόνο έτσι μπορώ να σου απαντήσω κι εγώ σε σχέση με αυτή την πραγματικότητα που βιώνουμε: Δεν είμαι εδώ».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Κάθε Τετ. 19.30, Παρ., Σάββ. 21.15, Κυρ. 21.00. Από 5/11 και μετά, η μόνη ώρα που αλλάζει είναι της Τετάρτης, στις 21.00. Προπώληση: ticketservices.gr και τηλεφωνικά στο 2107234567. Στο Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 43, Κεραμεικός). Διάρκεια: 120’. Παίζουν: Αργύρης Αγγέλου, Νίκος Πουρσανίδης, Γεράσιμος Σκαφίδας, Δημήτρης Πιατάς. Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη. Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου. Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού. Μουσική: Γιάννης Μαθές. Κίνηση: Φαίδρα Νταϊόγλου. Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας. Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Αγγελίδη.