ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πρώτη της εμφάνιση ως σκηνοθέτρια στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου η Μαρία Πρωτόπαππα επέλεξε ένα ακριβοθώρητο έργο του Ευριπίδη, την «Ανδρομάχη», που είχαμε να δούμε στην Αργολίδα για πάνω από είκοσι χρόνια. Η ίδια δήλωσε ότι επιθυμεί να το ανασύρει από την αδράνεια για να αναδείξει τα πολιτικά, κοινωνικά και -βεβαίως- έμφυλα στοιχεία του. Κι όλα αυτά σεβόμενη τον λόγο του τραγικού ποιητή και με λίγες παρεμβάσεις, αν και με μία τουλάχιστον πρόταση που κατά την άποψή της θα λειτουργήσει υπέρ των παραπάνω: την ανάθεση των κεντρικών γυναικείων ρόλων του έργου (Ανδρομάχη και Ερμιόνη) σε άνδρες ηθοποιούς.

Η ίδια η παράσταση επομένως ξεκινούσε από μια συνεκτική πρόταση με καθαρό στόχο και γερά ερείσματα στους συντελεστές της. Μα αυτά όλα θα προτιμούσα να τα σχολιάσω αργότερα. Γιατί προέχει ένα ζήτημα που πρέπει να επισημανθεί. Πως για μια ακόμη φορά είδαμε εν μέσω της ορχήστρας τον γνωστό «ελέφαντα στο δωμάτιο», την περίπτωση μιας παράστασης που αν και αναφέρει στο πρόγραμμά της έναν μεταφραστή (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον Γ. Β. Τσοκόπουλο με τη μετάφραση του… 1910), προβαίνει αμέσως μετά στη «δραματουργική επεξεργασία» του έργου ώστε να γίνει αντιληπτό -και κάπως πιο προσβάσιμο- στους θεατές του.

Εχουμε λοιπόν μια «Ανδρομάχη» που διατηρεί με το πρωτότυπο μια γραμμή επικοινωνίας, μα στρέφεται αμέσως μετά σε ό,τι θα θέλαμε να δούμε σε αυτήν εξαρχής. Αυτή η μέθοδος, που ονομάστηκε παλαιότερα «αποδόμηση», έχει δώσει κατά καιρούς σπουδαίους καρπούς. Μόνο που στα δικά μας ήθη, και ειδικά σε εκείνα της Επιδαύρου, η προσέγγιση αυτή δεν επισημαίνεται σχεδόν ποτέ στο πρόγραμμα και σπάνια αναφέρεται στα σχόλια που ακολουθούν. Ο κόσμος φεύγει έτσι εντυπωσιασμένος από όσα μαγικά τού είπε ο Ευριπίδης, χωρίς να γνωρίζει πως πολλά δεν ανήκουν στον ίδιο αλλά στο επιτελείο της «επεξεργασίας». Και αυτό το κοινό μυστικό λειτουργεί και αντιστρόφως. Αξιες δραματουργοί -γιατί οι περισσότερες είναι γυναίκες- λαμβάνουν μια τυπική αναφορά μεταξύ των άλλων συντελεστών, χωρίς κανείς να αναγνωρίζει την πλήρη συνεισφορά τους. Κι όμως αν κάτι οφείλει να σχολιαστεί σε μια παράσταση όπως αυτή της «Ανδρομάχης», αφορά ακριβώς τη δική τους συμβολή.

Γιατί αν αντιπαραβάλουμε το κείμενο της παράστασης με εκείνο του… 1910, μας περιμένουν όχι μία αλλά αρκετές εκπλήξεις. Η διάνοια, το ήθος, ακόμα και ο λόγος των προσώπων είναι πολύ διαφορετικά από το πρωτότυπο (η μετάφραση βρίσκεται στο διαδίκτυο για όποιον θέλει να ελέγξει). Αν βάλουμε από κοντά το ζήτημα της γλώσσας, η οποία φυσικά καμιά σχέση δεν έχει με τη δημοσιογραφική καθαρεύουσα του Τσοκόπουλου, αν υπολογίσουμε τις περικοπές προσώπων, όπως της Θεράπαινας και την αναπλήρωσή τους με άλλα, όπως της «Γυναίκας», οδηγούμαστε στο ότι δεν έχουμε απλά την «επεξεργασία» της «Ανδρομάχης» του Ευριπίδη αλλά στην ουσία την ήπια αποδόμησή της με βάση όσα οι συντελεστές θέλησαν να κρατήσουν και όσα θέλουν να αφήσουν. Η «Ανδρομάχη» που είδαμε δεν είναι στην πράξη παρά μια «μετα-Ανδρομάχη», στραμμένη σε ό,τι δικό μας σήμερα τη φωτίζει εσωτερικά.

Το μόνο που πιθανόν σκοτεινιάζει για τους θεατές είναι το γιατί ένα τόσο «οργισμένο» και «σύγχρονο» έργο σαν αυτό που είδαν παρέμενε μέχρι σήμερα στα ράφια του θεάτρου μας. Δεν είναι μόνο η επεισοδιακή και κάπως άτσαλη δραματουργία του που παίζει ρόλο. Στο έργο του Ευριπίδη-όπως και σε άλλα κλασικά έργα- είναι πως το διαμάντι του λάμπει κάτω από εκατό ιζήματα περασμένων αντιλήψεων. Στην αρχαία «Ανδρομάχη» ο ευριπίδειος σκεπτικισμός αχνοφέγγει στη μέση ενός έργου που κατά τ’ άλλα κατακλύζεται από μαύρη προπαγάνδα εναντίον των Σπαρτιατών, όσο και από τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής για τη θέση της γυναίκας.

Η Μαρία Πρωτόπαππα και η Ελενα Τριανταφυλλοπούλου (η δεύτερη βρίσκεται πίσω σχεδόν από κάθε πρωτοποριακή επιτυχία των τελευταίων χρόνων και της οφείλουμε κάποτε ένα ξεχωριστό εγκώμιο) έλαβαν το έργο του Ευριπίδη, το καθάρισαν από αυτά τα «ιζήματα» και του χάρισαν τη λάμψη της σχάσης του με τον καιρό, το σύστημα και τον μύθο του. Η δική τους «Ανδρομάχη» είναι ένας αναστοχασμός στον ρόλο της πρώην βασίλισσας, τωρινής δούλης και παντοτινής γυναίκας, ανθρώπου που έχει μάθει να ετεροκαθορίζεται και να επιβιώνει στους προκαθορισμένους ρόλους του φύλου της: σύζυγος, παλλακίδα, μητέρα… Μια «Γυναίκα» λοιπόν, Αγγελος της Ιστορίας, οφείλει να μας εισαγάγει στο πρόσωπό της (Μαρία Πρωτόπαππα), να το προεκτείνει στο παρελθόν και το μέλλον, να βάλει στο στόμα του λόγια ποιητών που πρόσεξαν το «διαμάντι» στη λάσπη και να το αφήσει να διαφύγει στο τέλος από το θέατρο με την πολύτιμη μαρτυρία του.

Η Ανδρομάχη (Αργύρης Ξάφης) κάθεται στον βωμό της Θεσσαλίας ικέτισσα, ζητώντας όπως πάντα την καλοσύνη των ξένων. Θα αντιμετωπίσει στην αρχή μια άλλη γυναίκα, τη νεαρή και άτεκνη Ερμιόνη (Τάσος Λέκκας), που δεν γνωρίζει πως ο εχθρός εδώ είναι «έμφυλος» και πως, ως γυναίκες οι δύο τους, μοιράζονται ίδια βάσανα σε διαφορετική φάση. Θα αντιμετωπίσει την απάτη του Μενέλαου (Γιάννης Νταλιάνης), που θα ζητήσει την εξόντωση της ίδιας και του γιου της -από τον Νεοπτόλεμο- Μολοσσού. Θα σωθεί και πάλι λόγω ενός άνδρα, του γηραιού και σοφού Πηλέα (Δημήτρης Πιατάς), που θα εκδιώξει τον Μενέλαο από τον Οίκο. Αυτά στο πρώτο μέρος… Γιατί στο δεύτερο βλέπουμε την ίδια κατάσταση ανεστραμμένη. Εδώ η Ερμιόνη οδύρεται για ό,τι την περιμένει από την οργή του ανδρός της που επιστρέφει. Και αφού αυτό λυθεί με την εξόντωση του Νεοπτόλεμου και αφού εμφανιστεί και ο Ορέστης, η Θέτιδα (Στέλλα Γκίκα), στο τέλος, σαν μητρική φιγούρα, κουρασμένη από την ανθρώπινη μετριότητα και το συνεχές πένθος, θα δώσει στο έργο την παρηγορητική του Εξοδο.

Αυτό που σκηνοθετικά προτάσσεται στην παράσταση είναι η επιλογή να δοθεί μέρος της διανομής σε άνδρες ηθοποιούς. Φαντάζομαι πως η πρόθεση ήταν να αποδοθούν οι ρόλοι της Ανδρομάχης και Ερμιόνης όχι μέσα από τα στερεότυπα του φύλου, αλλά σαν μαρτυρία ενός Ανθρώπου που φοράει την εσθήτα του φύλου σαν βάρος και απειλή. Σεβαστή ασφαλώς συνθήκη που θα μπορούσε να διαβαστεί και ανάποδα: χρειάζεται απ’ ό,τι φαίνεται να μιλήσει ένας άνδρας στη θέση μιας γυναίκας για να ακουστεί η δεύτερη σοβαρά…

Οπως και να ’χει η συνθήκη δίνει στον Ξάφη τον χώρο για να επιβεβαιώσει για μια ακόμη φορά το κύρος του. Το σπουδαίο με αυτόν είναι πως διατηρεί την προσωπικότητά του, αλλάζοντας κάθε φορά εμάς που τον βλέπουμε. Είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση επικού ηθοποιού, με στόφα και ακρίβεια στην ερμηνεία του. Στην περίπτωση του Λέκκα, όμως, η διανομή λειτούργησε σε βάρος του. Η δική του Ερμιόνη δεν απέδωσε αυτό που περιμέναμε, παραμένοντας μια σχηματική φιγούρα χωρίς ιδιαίτερο βάρος.

Η παράσταση όμως ανήκει σε άλλον: στον Δημήτρη Πιατά που σαφώς συγκλόνισε την Επίδαυρο στον ρόλο του Πηλέα που εκπροσωπεί το δίκαιο και το μέτρο. Ο Γιάννης Νταλιάνης στον ρόλο του Μενέλαου είναι όπως πάντα έγκυρη παρουσία, ενώ η Μαρία Πρωτόπαππα αναδεικνύει τη φιγούρα της «Γυναίκας». Σπουδαία η Στέλλα Γκίκα στον ρόλο της Θέτιδας, -απλή, σεμνή και καίρια μαρτυρία θεάτρου.

Θα σταθώ για λίγο στα σκηνικά του Σάκη Μπιρμπίλη: ένας κομψός χώρος φτιαγμένος από πλίνθους, κάποιες από τις οποίες διασκορπισμένες στην ορχήστρα. Πλίνθοι που περίσσεψαν από το πάτωμα του ναού; Ή βωμός που φτιάχτηκε από πλίνθους και κεράμους μιας παλαιότερης καταστροφής… Από τους υπόλοιπους συντελεστές ξεχωρίζω τη μουσική του Λόλεκ, διαπεραστική ιαχή που συγκρατεί τον λόγο. Και την κίνηση του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου, που κάποια στιγμή μεταφέρει στο σώμα του Χορού μνήμες μιας χαμένης πατρίδας.

Ο ανδρικός Χορός (Δημήτρης Γεωργιάδης, Νώντας Δαμόπουλος, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Κωνσταντίνος Πασσάς και Γιώργος Φασουλάς) καλά γυμνασμένος μα κρατημένος στο βάθος για ώρα και αρκετά θολός. Σκηνοθετική απειρία μάλλον να αντικατασταθεί ο Μολοσσός στην Επίδαυρο με το ηχογραφημένο άκουσμα της φωνής του, ενώ ο ίδιος παρίσταται μεταφορικά, με τα παπουτσάκια του. Το πρώτο «φτηναίνει» την παραγωγή, ενώ το δεύτερο δεν αφορά τους θεατές ψηλών κερκίδων, που ασφαλώς δεν έχουν επαρκή αντίληψη του τι συμβαίνει.

Η παράσταση παίχτηκε μπροστά σε ένα γεμάτο κοίλον. Συγκίνησε τους θεατές και ανταμείφθηκε στο τέλος με θερμό χειροκρότημα. Δεν ξέρω πόσοι κατάλαβαν πως ό,τι είδαν αποτελούσε δημιουργική ανασύνθεση του αρχικού έργου. Μπορώ όμως να αντιληφθώ πως έφυγαν κρατώντας στη μνήμη τους μια απολύτως ξεχωριστή «Ανδρομάχη».