Υπάρχουν φορές που η αρχή μιας παράστασης φανερώνει τα πάντα. Περιμέναμε ανυπόμονοι για αρκετή ώρα κοιτάζοντας ένα αδιάφορο πατάρι να στέκει υπερυψωμένο στην ορχήστρα, καλυμμένο με ένα μάλλον αταίριαστο για τα επιδαύρια ήθη «περιτύλιγμα». Ωσπου κάποια στιγμή, μια ηλικιωμένη κυρία -η «Ευρώπη», όπως θα μαθαίναμε αμέσως μετά- προχωρεί στο… unboxing αυτού του σκηνικού. Μια μάλλον άδεια πλατφόρμα, στην οποία κυριαρχούν στοιχεία σχολικής αίθουσας. Μα στην άκρη της, κάτω από το σκέπασμα, ιδού που προβάλλει ένα μικρό κοριτσάκι, που ανέπνεε τόση ώρα στα φυλαγμένα ερείπια. Είναι η ίδια η «Ευρώπη» στην ηλικία των 8 ετών, δεμένη για πάντα με τον βιολογικό εαυτό της όπως εκείνα τα μανεκέν, που κουβαλούσαν κάποτε στη ράχη τους τα φαντάσματα του Κάντορ καθώς γέμιζαν τη δική τους «Νεκρή Τάξη»…
Ιδού λοιπόν οι χρόνοι του Ανθρώπου που συναντιούνται στο θέατρο. Ο ένας ο Χρόνος τής έξω ιστορίας, ο χρόνος ο βιολογικός, που καταπίνει, χωνεύει και αποβάλλει. Και ο άλλος, ο Χρόνος τής μέσα ιστορίας, ο υπαρξιακός και κυκλικός, που συμβαίνει κάποτε να ακινητεί και να λιμνάζει, μέχρι να γίνει βούρκος και έλος. Εχουμε ανάμεσα στις σοβαρές ασχολίες μας μάθει να βλέπουμε τον χρόνο σαν κάτι «εξωτερικό». Μα υπάρχουν φορές -κι αυτό είναι το πρώτο που θυμίζει η παράσταση του Λιβανοκαναδού δημιουργού- που οφείλουμε να επιστρέψουμε στον χρόνο της συνεχούς παρουσίας, της μιας στιγμής του παρελθόντος που αρνείται να απομακρυνθεί, στέκοντας όρθια εντός μας σαν κατάρα.
Ιδού, επίσης, οι τρόποι του Ανθρώπου να βλέπει τον εαυτό του. Ο ένας, κυρίαρχος στις μέρες μας, θεωρεί πως ο καθένας αποτελεί αυτόνομη και αυτοκαθορισμένη προσωπικότητα, που μπορεί να προχωρήσει εμπρός ανεξάρτητα από το παρελθόν, τη μνήμη ή την όποια καταγωγή. Είναι ο δρόμος μιας αμέριμνης όσο και ατελούς ελευθερίας. Μα κοντά σε αυτόν υπάρχει ακόμη ένας, που φέρνει στη σκηνή ο «Ορκος της Ευρώπης». Είναι ο τρόπος να συνειδητοποιήσουμε πως ένα μέρος μας έχει ήδη συντελεστεί σε παρελθόντες χρόνους και ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται μόνο στο πώς θα διαχειριστούμε το μέλλον, αλλά και το παρελθόν.
Οφείλω μια τέτοια εισαγωγή για να πείσω τους αναγνώστες ότι πράγματι η παράσταση του Μουαουάντ ξεπερνά κατά πολύ το θέμα ή τη -μεταδραματική- αισθητική του και γίνεται κάτι σπάνιο και πολύτιμο: πρόκειται για τη συνομιλία ενός μοντέρνου δημιουργού με τον πυρήνα του αρχαίου δράματος, με τα βασικά στοιχεία της ελληνικής σκέψης. Για περίπου δύο ώρες δυσκολευόμουν να ανασάνω – κι όχι μόνο λόγω της σκληρότητας του περιεχομένου της. Ηταν που ένιωθα ότι τα πρόσωπα που φανερώνονταν μπροστά μου, με όλα τα μίλια που τα χώριζαν από τους αρχαίους τραγικούς και τον Αριστοφάνη, έμοιαζαν να κουβαλούν το δικό τους βλέμμα.
Κάπου μακριά, λοιπόν, σε μια χώρα άγνωστη στα σύνορα Ευρώπης και Ασίας, και κάπου παλιά, καταμεσής ενός μεγάλου Πολέμου, ξέσπασε, λέει η Ιστορία, ένας εμφύλιος μεταξύ των κατοίκων αυτής της χώρας. Σε μια από τις πιο τραγικές στιγμές του, οι μεν επιτέθηκαν στους δε σκοτώνοντας, βιάζοντας, λεηλατώντας, με εκείνη τη δαιμονική χαρά του αίματος, που μόνο όσοι την έχουν ζήσει μπορούν να μαρτυρήσουν. Σε αυτές τις στιγμές ένα οκτάχρονο κοριτσάκι θα γίνει μάρτυρας αλλά και ολετήρας των συνομήλικων του. Τα δύστυχα είχαν κρυφτεί σε ένα σχολείο για να γλιτώσουν, κι αυτό, μαρτυρώντας τα, θα στείλει εναντίον τους τα «σκυλιά»…
Αυτό είναι επομένως το χαριτωμένο κοριτσάκι που ανακαλύπτουμε στην αρχή, κρυμμένο κάτω από το σελοφάν της ευημερούσας και ειρηνικής, κόρης του πνεύματος και του φωτός, ηπείρου μας – το κοριτσάκι με τη γλυκιά φωνή που αναζητάει νεράιδες στο τραγούδι της ή σκαλίζει γράμματα στον μαυροπίνακα στο βάθος της σκηνής… Είναι η «Ευρώπη» που γέρασε πια, έχοντας στον νου της σαν καρφιά όχι μόνο όσα φρικτά είδε, αλλά και έναν όρκο που έδωσε στον αδελφό της, τον μόνο που σήκωσε τότε το ανάστημά του στη θηριωδία. Ο όρκος είναι ο εξής: Στο μέλλον θα ξεπληρώσει με τον δικό της πόνο τον πόνο που έφερε. Και θα στοιχειωθεί στο διηνεκές με το αίμα που έχυσε στα μικράτα της. Η Ευρώπη δεν είναι παρά ένας βρικόλακας, με τα βλέφαρα ακοίμητα από την ενοχή και τον δαίμονα να στέκει σιωπηλός στη θύρα.
Μα η ενοχή δεν τελειώνει σε αυτήν. Οσο παραμένει ανείπωτη και τα θύματά της άθαφτα, η μανία των Ερινυών θα ξεσπά στα παιδιά της Ευρώπης και στα παιδιά των παιδιών της… Η ενοχή στον χρόνο τον ακίνητο και χάσκοντα θα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά σαν την κατάρα του Οίκου, σαν τα δικά της Θυέστεια δείπνα.
Υπάρχει δρόμος εξιλέωσης; Αξίζει να αναζητήσουμε έναν δρόμο τουλάχιστον ανάπαυσης… Μια διπλωμάτισσα του ΟΗΕ, από εκείνες τις τεχνοκράτισσες που γεννήθηκαν, θαρρείς, εξαρχής με τις Λουμπουτέν γόβες τους, την πιέζει να πει την ιστορία της, σαν η τελευταία μάρτυρας των γεγονότων. Σε αντάλλαγμα θα εντοπίσει για χάρη της τις κόρες της που εγκατέλειψε στα τρία μέρη του ορίζοντα: μια Ελληνίδα, μια αραβικής καταγωγής και μια Καναδέζα. Η καθεμιά κουβαλά εν αγνοία της ψήγματα της κατάρας του Οίκου, ενώ στην πορεία θα ανακαλύψει πέρα από την καταγωγή και τη μοίρα της.
Μα η κατάρα εκβάλλει κυρίως στον γιο μιας από αυτές, στον Ζάκαρι. Που κατειλημμένος από άγνωστους δαίμονες θα βιάσει και θα σκοτώσει μια κοπέλα και μετά θα φτάσει στο όριο της τερατουργίας. Στο δικό του όνειρο θα εμφανιστεί η Ευρώπη για να του φανερώσει έναν δρόμο λύτρωσης. Είναι μια άγρια τελετουργία κάθαρσης. Γιατί, ποιος άλλος μπορεί να αφηγηθεί τις τελευταίες στιγμές του θύματος εκτός από εκείνον; Η δικαίωση των θυμάτων δεν μπορεί να γίνει παρά με την αφήγηση από το στόμα των θυτών.
Χρειάζονται άραγε πολλά άλλα ακόμη για να πειστούμε ότι εδώ έχουμε κάτι που συνομιλεί με το κέντρο της ελληνικής σκέψης;… Από την Αντιγόνη στις Τρωάδες κι από τον Οιδίποδα στην Ορέστεια, εδώ βρίσκεται το κέντρο της τραγικής μαρτυρίας που ανάγει τα εγκλήματα, τις γενοκτονίες και τον όλεθρο στο επίπεδο του αέναου κύκλου αίματος. Που ανασύρει το υπαρξιακό ίζημα της συλλογικής μνήμης. Που κάνει τη σκηνή χώρο ευθύνης. Και που καθιστά γι’ αυτά το θέατρο αναγκαίο.
Η γλώσσα του Μουαουάντ, ποιητική και πυκνή, φέρει κάτι από την απλότητα των ύμνων και τη σκοτεινότητα των οραμάτων. Το εντυπωσιακό είναι όταν οι ήρωές του λένε λέξεις που λες και τις ακούς να στάζουν από την οροφή… σαν να παρακολουθούμε ένα αρχείο που μόλις άνοιξε ύστερα από δεκαετίες σιωπής. Ενα αρχείο ενοχής, μνήμης και επανάληψης.
Από μόνη της η σκηνοθεσία του αποτελεί μάθημα διαχείρισης του χώρου και του χρόνου, δημιουργώντας μια σκηνή που μοιάζει να επιπλέει ανάμεσα στο εδώ και στο αλλού. Το σκηνικό του Emmanuel Clolus, λιτό και διαφανές, επιτρέπει στα σώματα να κατοικήσουν τον χώρο σαν φαντάσματα που διεκδικούν την ύπαρξή τους. Οι φωτισμοί του Laurent Schneegans ανασύρουν όψεις χαρακτήρων, χωρίς να επιβάλλονται στη δράση. Η μουσική του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη λειτουργεί όπως η αναπνοή: Υπογραμμίζει παύσεις, φωτίζει το ανείπωτο.
Οι ερμηνείες είναι όλες τους συγκλονιστικές. Η Juliette Binoche, χωρίς να ηγεμονεύει, προσφέρει μια ερμηνεία απόλυτα συντονισμένη με το συλλογικό πνεύμα της παράστασης. Η Δανάη Επιθυμιάδη, ακριβής και εσωτερική, μεταφέρει μια ένταση που κυλά κάτω από τις λέξεις. Η Violette Chauveau, η Daria Pisareva και η Leora Rivlin συγκροτούν έναν Χορό ετερόκλητων αλλά ενωμένων προσώπων, που θυμίζουν τα πρόσωπα της Ευρώπης, όπως θα μπορούσαν να είναι αν η ιστορία δεν τις είχε τραυματίσει. Ο Emmanuel Schwartz, σαν Ζάκαρι, δεν είναι απλώς ο «γιος». Είναι ο μεταφορέας του πόνου, ο ενσαρκωτής του μέλλοντος που φέρει μέσα του το ανεξιχνίαστο παρελθόν.
Και τι μένει αφού όλα έχουν ειπωθεί; Η συνάντηση ανάμεσα σε θύτη και θύμα μετατοπίζεται από τον καταγγελτικό λόγο στην επίγνωση. Το έργο δεν ζητά την καταδίκη. Ο Μουαουάντ υπαινίσσεται πως δεν υπάρχει άλλη απάντηση στο άλγος της Ιστορίας παρά η αφήγηση. Οχι γιατί διορθώνει, αλλά γιατί επουλώνει το τραύμα.
